ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ


Κι αισθάνομαι τον λύκο να κατεβαίνει, πεινασμένος, αγριεμένος, στο όριο, υπομονετικός μες στην απελπισία του.
Μπαίνω μέσα του, τον νιώθω -κινείται παραπλανητικά, κυκλικά, με λοξές διαδρομές.
Ζει απ' τον άνεμο, παίρνει τα σομά, αφουγκράζεται κάθε τρίξιμο, τροχίζει τα δόντια του στη σμυριδόπετρα, ξέρει:
Μόνος του θα καταλήξει να μπει στο μαντρί, ολομόναχος.
Τα λυκόπουλα, φύτρα του και δωσίλοι, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι.
Το 'χει δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσομπάνη.
Παρά λυκόσκυλο του κάθε ανθρώπου, που 'ναι για τον άνθρωπο λύκος.
Καλύτερα σβλερξι αγύριστο χωρίς λαιμαριά, να πεθάνει από λύσσα κάποιαν πανσέληνο, μέσα σε αφρούς σβήνοντας, ουρλιάζοντας στην κορυφή της μοναξιάς -μάταιος αυτόλυκος. προχωρεί, αμείλικτος, βαρύγνωμος, νιώθοντας μιαν φλόγωση στο υπογάστριο -εκείνη τη θερμή, σταθερή υπερένταση, που 'ναι τρόπος ζωής γι' αυτόν, ακόμα κι όταν κοιμάται: πυρετός καθ' έξιν.

Λυπημένος, χρεωμένος τον εαυτό του, προχωρεί. Κακόβουλος κι ευπατρίδης των
βουνών. Φρικιό.

28.11.11

ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ = ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΩΝ!!!



Μέσο ελέγχου και «βαλβίδα ασφαλείας»
για τη διαιώνιση τής κυριαρχίας των εξουσιαστών

Ο φορέας τού συνδικαλιστικού πνεύματος έχει εξ ορισμού αποδεχθεί την υλική εξάρτησή του από τον εργοδότη του -κράτος ή ιδιώτη- και δεν αποσκοπεί στην απόκτηση παραγωγικής αυτεξουσιότητας. Συνδικαλίζεται με μοναδικό σκοπό να βελτιώσει οπωσδήποτε μέσα στα πλαίσια τής οικονομικής του εξαλλοτρίωσης τις υλικές παροχές, που τού παραχωρεί κάποιο -απαραίτητα- αφεντικό.

Συνδικαλιστική δράση, που επιδιώκει την αποτίναξη τής υλικής υποδούλωσης τού ατόμου από τους πάτρωνές του και την αποκατάσταση τής παραγωγικής του ελευθερίας και αυτενέργειας είναι εντελώς ασυμβίβαστη προς την έννοια τού συνδικαλισμού.

Ο όρος «συνδικαλιστικές ελευθερίες» αποτελεί σχήμα οξύμωρο και στερείται περιεχομένου, εφ΄ όσον όχι μόνον δεν έχει σχέση με την ελευθερία των ατόμων, αλλά αντίθετα προϋποθέτει την οικονομική δουλεία τους.

Επομένως, ο συνδικαλισμός προϋποθέτει τη δογματική διάκριση των ανθρώπων σε παραγωγικά ελεύθερους και σε παραγωγικά κατευθυνόμενους.


Η λειτουργία τού συνδικαλισμού συμπίπτει με τη ρύθμιση, τη «μεθόδευση» των σχέσεων των δύο αυτών κατηγοριών και τέλος, σκοπός τού συνδικαλισμού δεν είναι η κατάργηση, αλλά κάποιος «διακανονισμός» τής διάκρισης αυτής.

Ο συνδικαλισμένος -άτομο ή όμάδα- μοιάζει με το δεμένο σκύλο, που γαβγίζει και περιστρέφεται γύρω από το σημείο, όπου είναι προσαρτημένη η αλυσίδα του, όχι για να απελευθερωθεί,

αλλά για να υποχρεώσει τον κύριό του να τού ρίξει τροφή. Κι αφού ο σκύλος δεν αγωνίζεται για να σπάσει τα δεσμά, κατά λογική αναγκαιότητα στην αποκλειστική διάκριση τού κυρίου παραμένει το αν και πόση τροφή θα εξασφαλίσει ο δεσμώτης.



 Μ΄ άλλα λόγια, απʼ τη διάθεση τού εργοδότη και τις δυνατότητές του να κάνει παραχωρήσεις από τα «πλεονάσματά» του εξαρτάται το τί θα «πετύχει» η συνδικαλιστική δράση και όχι από την ίδια την συνδικαλιστική δράση.

Απόδειξη τής μή εμφανούς από πρώτη όψη διαπίστωσης αυτής είναι το γεγονός, ότι οι μακροχρόνιοι συνδικαλιστικοί αγώνες, που διεξήχθηκαν σ΄ όλες τις χώρες από τότε, που «ανακαλύφθηκε» ο συνδικαλισμός έως σήμερα, όχι μόνο δεν μείωσαν το άνοιγμα μεταξύ τού εισοδήματος των παραγωγικά αυτεξούσιων (τής εργοδοσίας) και τού εισοδήματος των εξαρτημένων (των εργαζομένων), αλλά αντίθετα, ως γνωστόν, το άνοιγμα αυτό διευρύνθηκε και διευρύνεται συνεχώς.


Άλλωστε, και αν ακόμη η συνδικαλιστική δράση φέρει κάποιο άμεσο θετικό αποτέλεσμα για τους δρώντες, οι εργοδότες τούς το αφαιρούν έμμεσα με πολλούς τρόπους (πληθωρισμός, νομικές φαλκιδεύσεις κ.λπ.).

Η αλήθεια αυτή έχει πολιτική απόδειξη: το γεγονός, ότι ο συνδικαλισμός σʼ όλες τις χώρες όχι μόνο δεν καταπολεμείται από την εξουσία,
αλλά αντίθετα ενισχύεται και υποστηρίζεται.
Σε όλα τα συντάγματα και σʼ όλες τις νομοθεσίες η νομολογία, που αφορά στη θεσμική κατοχύρωση

και θεμελίωση τού συνδικαλισμού κατέχει σημαντική θέση («συνδικαλιστικό δίκαιο»), συχνά μάλιστα η ένταξη στα συνδικάτα των παραγωγικά υπόδουλων είναι υποχρεωτική από το νόμο. Από βραδίς το Στράτο
τον πιάσαν δυο καλοί,
τού λεν στο συνδικάτο
να πάει να γραφτεί.
Έλα γρήγορα βρε Στράτο,
να γραφτείς στο συνδικάτο.













 

Με μπαγλαμάδες και μπουζούκια
η Ρωμιοσύνη προπαγανδίζει το συνδικαλισμό της.


Είναι φανερό, ότι ο συνδικαλισμός αποτελεί απαραίτητο οργανικό στοιχείο για την επιβίωση τής σύγχρονης κρατούσας τάξης πραγμάτων και τη διαιώνιση τής κυριαρχίας των εξουσιαστών λειτουργώντας κατά κάποιο τρόπο σα μέσο ελέγχου και «βαλβίδα ασφαλείας. (Δ.Λ.)




ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ

27.11.11

ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ . Περιφρονώ τη φυλή των Ελλήνων




Λόρδος Βύρων:
Περιφρονώ τη φυλή των Ελλήνων






Ο λόρδος Μπάιρον με κόκκινα παπούτσια και φουστανέλλα σε αδελφίστικη νωχελική πόζα.





Λόρδος Βύρων: Πώς έλαμψε διά τής απραγίας του και τον θαυμάσαμε γι αυτό: «Η περίπτωση τού λόρδου Βύρωνα είναι μια άλλη απόδειξη τής ομαδικής παράνοιας, που χαρακτήριζε και χαρακτηρίζει ακόμη τους νεοέλληνες από την Επανάσταση μέχρι τις ημέρες μας. Πρόκειται για μια ομαδική αυθυποβολή σε ό,τι εκάστοτε "γυαλίζει", που το λατρεύουν, το μυθοποιούν, το αναγάγουν σε ένα είδος φετίχ και το προσκυνούν. Μόνο με καθαρά ψυχιατρικούς και ψυχολογικούς όρους μπορεί να ερμηνευθεί η στάση αυτή του πλήθους, ή σωστότερα τής πλειοψηφίας τού πλήθους...






»Δεν χρειάστηκαν να περάσουν περισσότερο από τρεις μήνες και δέκα ημέρες παραμονής τού Βύρωνα στο Μεσολόγγι, για να δημιουργηθεί ο αστερισμός του.

Όσο, όμως, και αν έψαξα δεν μπόρεσα να βρω, γιατί ο Άγγλος αυτός ευπατρίδης, που ήρθε στην Ελλάδα και έμεινε μόνο τρεις μήνες, ηρωοποιήθηκε και μυθοποιήθηκε τόσο πολύ,

ώστε να θεωρείται ως ένας από τους εθνικούς μας ήρωες, τού οποίου την (ανύπαρκτη) δράση διδασκόμαστε από την πρώτη Δημοτικού, τού έχουμε στήσει παντού προτομές και αφιερώσει πλατείες και δρόμους στο όνομα του!

Ο Αγγλος λόρδος, δεν πέθανε μαχόμενος για την ελευθερία των Ελλήνων. Απλώς πέθανε, όπως τόσος κόσμος καθημερινά, από αρρώστια, κάποιος μάλιστα γιατρός, είπε, ότι πέθανε από σύφιλη.

Δεν τραυματίστηκε, ούτε καν συμμετείχε σε κάποια μάχη με τους Τούρκους, δεν εμπόδισε κάποια εθνική καταστροφή,

ούτε ουσιαστικά βοήθησε τον αγώνα με κάποιον άλλο τρόπο. Εκτός αν θεωρηθεί βοήθεια προς το αγωνιζόμενο έθνος, ότι δάνεισε στον Μαυροκορδάτο, με τόκο τέσσερις χιλιάδες λίρες, που ο

τελευταίος χρησιμοποίησε στο εμφύλιο πόλεμο, για να καταστείλει την "ανταρσία" τού Μοριά...


»Όλες οι περιγραφές, που δίδονται γι΄ αυτόν συμφωνούν, στο ότι επρόκειτο για έναν κακομαθημένο, εγωιστή, επιπόλαιο, ευφάνταστο, μεγαλομανή, πεισματάρη, αλκοολικό και εκκεντρικό αριστοκράτη.



»Ένας συγγενής του γράφει: “Ο λόρδος Μπάυρον ούτε έδειξε ούτε ένιωσε ποτέ μεγάλο ενθουσιασμό για τους έλληνες.

Ήταν έτοιμος να θυσιάσει χρήματα, ασχολίες και απολαύσεις στον βωμό τής ελευθερίας, αλλά σ΄ αυτό μπορεί κανείς να διακρίνει δίψα για δύναμη και δόξα

και όχι προσήλωση στις αρχές τής ελευθερίας”» (σελ. 170-176).

Όταν ο λόρδος Βύρων ανέβηκε στην Ακρόπολη το 1809, αντίκρυσε με αδιαφορία τον Παρθενώνα.

Οι παρατηρήσεις του ήταν αντάξιες των πρακτικών συλλογισμών τού υπηρέτη του, Φλέτσερ.

Μόνο ο φίλος τού Μπάυρον, ο λόγιος Χομπχάουζ, ξεχώρισε ανάμεσα σ΄ αυτόν τον εκπληκτικό αρχοντοχωριατισμό τής αγγλικής συντροφιάς:

Ο Μπάυρον και ο Χομπχάουζ ανέβηκαν στην Ακρόπολη προσφέροντας στον οθωμανό διοικητή τσάϊ και ζάχαρη.

Βρήκαν θαυμάσια υποδοχή από τον πειναλέο αυτό υπάλληλο, που από τα εκατόν πενήντα πιάστρα τού μισθού του έπρεπε να πληρώνει και τους στρατιώτες του.

Τους σεργιάνισε ανάμεσα στα λευκά ερείπια των ναών.

- Ω, μάϊ λόρντ, είπε ο Φλέτσερ. Τι ωραία τζάκια θα κάναμε μ΄ όλο αυτό το μάρμαρο!
- E λοιπόν, είπε ό Χομπχάουζ, δείχνοντας το ναό, να κάτι πραγματικά μεγαλόπρεπο.
- Αυτό μοιάζει περισσότερο με το Δημαρχείο τού Λονδίνου, απάντησε ψυχρά ο Μπάυρον” (Αndre Maurois, Byron, σελ. 135).






Θεόδωρος Παναγόπουλος (εκδ. Ενάλιος, 2009)

Έγραψε
η: Φυλακτού Ευγενία


2.11.11

Υστερεί η Δημοκρατία σήμερα σε σχέση με την αρχαία Ελλάδα…

 


            Καυχώμαστε και υπερηφανευόμαστε ότι η Ελλάδα είναι η Χώρα που γέννησε την Δημοκρατία.
Και αυτό είναι αλήθεια. Όμως, στην αρχαία Ελλάδα
παρά τα κάποια τρωτά της η δημοκρατία
τηρούσε απαρέγκλιτα τις θεμελιώδεις αρχές
ενός δημοκρατικού πολιτεύματος.
Λειτουργούσε με ευλάβεια η λογοδοσία
και όποιος παρέβαινε τους νόμους ετιμωρείτο,
όσο ψηλά και αν ευρίσκετο, όποια υψηλή θέση
κι αν κατείχε.
Κλασικό παράδειγμα έχουμε την περίπτωση του Μιλτιάδη
του ένδοξου νικητή του Μαραθώνα το 490 π.Χ.
Το 489 οδηγήθηκε σε δίκη επειδή δεν μπόρεσε
να εκπληρώσει την υπόσχεση που είχε δώσει στο δήμο,
να νικήσει δηλαδή τους Πάριους,
οι οποίοι ήταν σύμμαχοι των Περσών.
Ο Ξάνθιππος, ο πατέρας του Περικλή,
ήταν κατήγορος στην δίκη εκείνη και είχε
προτείνει να τον ρίξουν στο βάραθρο.
Μετά από επέμβαση του επιστάτη των πρυτάνεων
σώθηκε, αλλά καταδικάστηκε να πληρώσει
πρόστιμο 50 τάλαντα.
Στο μεταξύ ο Μιλτιάδης πέθανε από τα τραύματα
από τον πόλεμο στην Πάρο το 489 π.Χ.
Ο γιος του Κίμων κληρονομώντας
 την θέση του πατέρα του στο δεσμωτήριο
κατάφερε να πληρώσει το πρόστιμο
είτε με τα χρήματα του πλούσιου συζύγου
της αδελφής του είτε με την προίκα της νύφης
 που του προξένεψε ο Θεμιστοκλής για να τον βγάλει
από το οικονομικό αδιέξοδο.
Σήμερα η κλοπή του δημοσίου χρήματος έχει μια
ασφαλιστική δικλείδα. Την παραγραφή! Έτσι ουδείς,
 μέχρι σήμερα, πλήρωσε για μίζες, χρηματιστήριο,
ομόλογα, κλπ. Για τον απλό πολίτη υπάρχει παραγραφή;
Για την παραμικρή κατάχρηση πάει φυλακή!
Γιατί να μην ισχύει το ίδιο και για τον πολιτικό;
Αν ίσχυε το ίδιο και για τον πολιτικό δεν θα συνέβαινε
καμία κατάχρηση και τα οικονομικά της χώρας θα ευημερούσαν.
Στην αρχαία Ελλάδα οι άρχοντες εκλέγονταν με κλήρο
και στο τέλος της θητείας τους λογοδοτούσαν.
Οι παραβάτες τιμωρούνταν αυστηρά…
Σήμερα υπάρχει ατιμωρησία. Ο λαός απλώς ψηφίζει.
 Δεν αποφασίζει.
Στην αρχαία Ελλάδα, παρά την παρουσία
και τότε των δημαγωγών, λειτουργούσαν οι νόμοι και
υπήρχαν ασφαλιστικές δικλείδες ακόμη
και για το σημαντικότερο στοιχείο που χαρακτήριζε
την αθηναϊκή δημοκρατία.
Την ελευθερία του λόγου και το «Τις αγορεύειν βούλεται;».
Ο Αισχύνης, μάλιστα, στον λόγο του «Κατά Τιμάρχου» (27, 1, 32, 8) καθορίζει εκτός των άλλων
με περισσότερες λεπτομέρειες και την επιθυμία
του νομοθέτη σχετικά με το ποιοι πρέπει να
ομιλούν ενώπιον του λαού και ποιοι όχι.
Γνωρίζουμε ότι όλοι οι πολίτες της αρχαίας Αθήνας
 είχαν το δικαίωμα να πάρουν το λόγο και να
ομιλήσουν ελεύθερα ενώπιον του λαού εκφράζοντας
 την γνώμη τους πάνω στα θέματα που συζητούσαν.
Έτσι, η ελευθερία του λόγου ήταν ένα από τα
σημαντικότερα επιτεύγματα των
αρχαίων μας προγόνων, πράγμα αδιανόητο
για όλους τους άλλους λαούς.
Όμως, δύο βασικά σημεία γύρω από αυτό
το θέμα είναι σχεδόν άγνωστα. Αυτά είναι:
Η απαγόρευση της ομιλίας σε άτομα τα οποία
δεν είχαν ηθικές αρχές και η ύπαρξη στο
ελληνικό λεξιλόγιο τεσσάρων βασικών λέξεων
οι οποίες σήμαιναν ελευθερία λόγου:
Οι λέξεις αυτές είναι: ισηγορία, ισολογία,
παρρησία και ελευθεροστομία.
Τα άτομα στα οποία απαγόρευαν την ομιλία
 στην Εκκλησία του Δήμου ήταν εκείνα που
δεν είχαν ηθικές αρχές. Τέτοια άτομα
ήταν αυτά που χτυπούσαν και παραμελούσαν
τους γονείς τους, αυτά που αρνήθηκαν να
στρατευθούν υποστηρίζοντας στις κρίσιμες
στιγμές την πατρίδα τους, αυτά που λιποτάκτησαν,
αυτά που κατασπατάλησαν την πατρική κληρονομιά
και άλλα. Αυτό σημαίνει ότι παρακολουθούσαν
την ηθική συμπεριφορά των πολιτών επιμελώς.
Ο απλός πολίτης ετιμάτο εξίσου με
οποιοδήποτε μεγαλόσχημο ή αξιωματούχο.
Σήμερα λέμε μεγάλα λόγια για, δήθεν, ισότητα
όλων των πολιτών, αλλά στο βάθος δεν το πιστεύουμε. 
Είναι γνωστά όσα συνέβησαν με τον Ντομινίκ Στρος Καν.
Τότε μεγαλόσχημος Έλληνας πολιτικός αναρωτήθηκε
 και απόρησε: «ακούς εκεί, να τον μεταχειριστούν
σαν απλό πολίτη;»…
Δηλαδή ο απλός πολίτης είναι σκουπίδι και
μπορούμε να τον κάνουμε ό,τι θέλουμε.
Να τον τραβάμε στα δικαστήρια, να τον φυλακίζουμε
 και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.
Και το σημαντικότερο να λέγονται αυτά από ανθρώπους που εμφανίζονται ως κάργα δημοκράτες…
Ανάμεσα στα άλλα έχουμε και την «απόρρητη ψηφοφορία». Συχνά βλέπουμε να γίνεται ένα είδος σφυγμομετρήσεων
και δημοσκοπήσεων, τα λεγόμενα «γκάλοπ». 
Είναι οι τηλεφωνικές σφυγμομετρήσεις.
Αρχίζουν, λοιπόν, οι ερωτήσεις. «Ποιο κόμμα νομίζετε
ότι θα κερδίσει τις εκλογές;». «Ποιον θεωρείτε σπουδαιότερο πολιτικό αρχηγό;». «Αν γινότανε τώρα εκλογές,
ποιο κόμμα θα έβγαινε;». «Τι ψηφίσατε στις προηγούμενες εκλογές, τι προτίθεσθε να ψηφίσετε τώρα;» κλπ.
Όμως, αυτός είναι ένας έμμεσος τρόπος να γνωρίζει
 το σύστημα τι ψηφίζει ο καθένας. Η ψηφοφορία,
λοιπόν, μπορεί να είναι μυστική, αλλά το τι ψηφίζει
ο καθένας είναι ήδη γνωστό από πριν,
ελέω τηλεφωνικών δημοσκοπήσεων. 
Οι λίστες που δημιουργούνται σχετικά με τις προτιμήσεις
των πολιτών πωλούνται σε κόμματα, βουλευτές, κλπ.
 για να δημιουργήσουν την εκλογική πελατεία.
***
Ζούμε πραγματικά ιστορικές στιγμές, εφόσον
διαπιστώνουμε ότι οι πυλώνες πάνω στους
οποίους στηριζότανε το Έθνος μας σιγά – σιγά και
μεθοδικά ένας – ένας αποκόπτονται. 
Η ιστορία διαστρεβλώνεται και παραποιείται,
ο πολιτισμός μας αφήνει αδιάφορους και τόσα άλλα. 
Και μέσα σ’ αυτά δεν έχουμε καταλάβει ότι η
τακτική των εκάστοτε κοσμοεξουσιαστών
είναι το divide et impera = διαίρει και βασίλευε…
Η Ελλάδα δεν ανήκει πλέον στους Έλληνες,
αλλά στους κάθε είδους αλλοδαπούς λαθρομετανάστες,
στους διεθνείς τοκογλύφους, στην τρόικα,
στους πασίγνωστους «γνωστούς άγνωστους»,
τους οποίους γνωρίζουν, αλλά αδιαφορούν.
Η ανασφάλεια που υπάρχει στον κόσμο είναι
φοβερή. Οι κλοπές, οι ληστείες, οι επιθέσεις,
είναι καθημερινό φαινόμενο. Οι πολίτες
αισθανόμενοι ανυπεράσπιστοι απειλούν να
πάρουν τον νόμο στα χέρια τους.
Έτσι, δημιουργείται η αίσθηση της αναρχίας.
Ο μεγάλος τραγικός ποιητής Σοφοκλής
γράφει στην «Αντιγόνη» στ. 672 «αναρχίας δε μείζον ουκ έστι κακον» (δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από την αναρχία). 
Και συνεχίζει προφητικά να γράφει:
Αυτή είναι που καταστρέφει τις πόλεις και κάνει
ανάστατους τους οίκους.
Ο Ίων Δραγούμης (1878-1920), ο σπουδαίος
αυτός Έλληνας πνευματικός καθοδηγητής
στο έργο του «Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες»
γράφει: «Ο καθένας πρέπει να φαντάζεται πως
αυτός πρέπει να σώση το έθνος του.
Ο καθένας γεννήθηκε σωτήρας του έθνους του,
αυτός πρέπει να το σώση. Λίγοι όμως ξέρουν πως
γεννήθηκαν τέτοιοι, πως αυτοί θα το σώσουν,
αν θέλουν. Πρέπει να φαντάζομαι πως από μένα
μόνον εξαρτάται η σωτηρία του έθνους και, αν δεν
ήμουν εγώ δεν θα ήταν κανένας άλλος που να το σώση
ή να μη κοιτάζω τι κάνουν οι άλλοι και να φαντάζομαι
μόνον πως εγώ έχω το μεγάλο χρέος της σωτηρίας».
Έτσι πρέπει να σκεπτόμαστε όλοι. Έτσι σκεπτότανε
οι Μαραθωνομάχοι και νίκησαν τους Πέρσες…

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΕΜΟΣ

ΤΡΟΠΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ!!!






Εάν οι αρχαίοι Αθηναίοι δεν ήταν μάστορες στην επιβολή και την είσπραξη φόρων, σήμερα ίσως να μην υπήρχε ο Παρθενώνας. Υπερβολή; Κι όμως, χάρη στο χαράτσι που πλήρωναν οι άλλες πόλεις κατά την Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία -ειδικότερα από το 454 π.Χ., το ένα εξηκοστό του ετήσιου φόρου πήγαινε υπέρ της… θεάς Αθηνάς – ο Περικλής εξοικονόμησε τα χρήματα για να χτιστεί ο περίφημος ναός.
Πριν από 2.500 χρόνια τα κρατικά ταμεία της Αθήνας ήταν γεμάτα, χωρίς τη βοήθεια των οικονομολόγων του Χάρβαρντ. Η οικονομική κρίση ήταν άγνωστη λέξη και το πλεόνασμα έφτανε σε πολύ μεγάλο ύψος. Και τότε όμως, χωρίς την πίεση των Ευρωπαίων εταίρων, έμπαιναν φόροι με διάφορες ονομασίες, τακτικοί και έκτακτοι, άμεσοι και έμμεσοι, για δημόσια έργα, για στρατιωτικό εξοπλισμό, κ.λπ. Ουδείς διέφευγε. Πλήρωναν οι έχοντες και κατέχοντες, πλήρωναν όμως και οι μέτοικοι, οι ξένοι δηλαδή, πλήρωναν και οι ιερόδουλες!
Οι αρχαίοι φόροι έμπαιναν με την έγκριση της Βουλής. Οσο για τη διαφάνεια, τα ονόματα όσων πλήρωναν αναγράφονταν στους φορολογικούς καταλόγους της εποχής, που βρίσκονταν σε κοινή θέα. Πάνω σε πέτρινες πλάκες και στήλες δηλαδή, σαν αυτές που υπάρχουν στο Επιγραφικό Μουσείο, ένα γνωστό-άγνωστο αλλά πολύ ενδιαφέρον μουσείο στην οδό Τοσίτσα 1, που αναδεικνύει και τεκμηριώνει κομμάτια της Ιστορίας.
Εκεί βρήκαμε τη μνημειώδη «Στήλη της εξηκοστής», έναν λίθινο φορολογικό κατάλογο ύψους 3,5 μέτρων όπου είναι καταγεγραμμένες κατά γεωγραφικές ενότητες οι καταβολές των συμμάχων της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας την περίοδο 454/3-440/39 π.Χ., προκειμένου να υπάρχει μια «καβάντζα» για να αντιμετωπιστούν οι Πέρσες. Οι εισφορές ήταν ανάλογες με την οικονομική κατάσταση των 265 συμμάχων. Βλέπουμε δηλαδή από τους Ιωνες οι Κυμαίοι να πληρώνουν 12 τάλαντα (6.000 δραχμές) και οι Νισύριοι μόλις ένα, ενώ από τη Θράκη οι Μενδαίοι έδιναν εννέα τάλαντα και οι Θάσιοι 30!
«Εκτός από αυτόν τον τακτικό φόρο, από το 440 π.Χ. η Αθήνα επέβαλλε στους συμμάχους της και έκτακτη εφάπαξ εισφορά, τη λεγόμενη επιφορά», μας πληροφορεί η διευθύντρια του Επιγραφικού Μουσείου Μαρία Λαγογιάννη. «Η δε είσπραξη είχε ανατεθεί σε ειδικούς άρχοντες, τους Ελληνοταμίες».
Οπως αποδεικνύεται, οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν πολλά κόλπα για την είσπραξη των φόρων. Οταν οι άλλες πόλεις άρχισαν να διαμαρτύρονται ενόψει της Β’ Αθηναϊκής Συμμαχίας, οι Αθηναίοι τους υποσχέθηκαν ότι θα καταργήσουν τον συμμαχικό φόρο. Αυτό που έκαναν τελικά ήταν να του αλλάξουν όνομα και να τον πουν «σύνταξη».
Η κυρίαρχη αθηναϊκή πολιτεία είχε διάφορες πηγές για να γεμίζει το δημόσιο ταμείο. Υπήρχαν οι καταβολές για εκμίσθωση δημόσιας περιουσίας (κτήματα, οικοδομήματα ή τα μεταλλεία του Λαυρίου), υπήρχαν και οι δικαστικές καταβολές.
Κι άλλα τακτικά τέλη γέμιζαν τον κρατικό κορβανά: για να εισαχθούν και να εξαχθούν προϊόντα από τα αττικά λιμάνια (πεντηκοστή), ή για να εισαχθούν εμπορεύματα από τις πύλες της πόλης (διαπύλιον). Καμία εξαίρεση. Οι μέτοικοι έπρεπε να ανανεώνουν επί πληρωμή μία φορά το χρόνο την άδεια παραμονής τους στην Αθήνα (μετοίκιον), ενώ κατέβαλλαν και επιπρόσθετο τέλος για να έχουν το δικαίωμα να εργασθούν (ξενικόν). Οι δε οίκοι έδιναν τον… πορνικό φόρο.
Οι αμυντικές δαπάνες
Μέρος των κρατικών εσόδων πήγαινε για δημόσια έργα. Σε μια στήλη του μουσείου (432/1 π.Χ.) σώζονται δύο τροπολογίες σε ψήφισμα που σχετίζονται πιθανότατα με τη βελτίωση του συστήματος ύδρευσης της Αθήνας ή την κατασκευή και επισκευή των κρηνών. «Το έργο είχε προγραμματιστεί να γίνει ‘από ολιγίστων χρημάτων’, αλλά κατά προτεραιότητα», εξηγεί η Μ. Λαγογιάννη. «Η οικογένεια του Περικλή μάλλον προσφέρθηκε να καλύψει τη δαπάνη, αλλά η πόλη αποφάσισε τα χρήματα να δοθούν από τον φόρο των συμμαχικών πόλεων».
Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι φρόντιζαν, επίσης, να εξασφαλίσουν κονδύλια για την άμυνα. «Οι πιο εύποροι ήταν υποχρεωμένοι να αναλαμβάνουν την ‘τριηραρχία‘, την ετήσια δαπάνη για εξοπλισμό ενός πολεμικού πλοίου και τη σίτιση των ναυτών, που καθορίζονταν σε μια δραχμή ανά ναύτη ημερησίως», συνεχίζει η διευθύντρια του μουσείου, το οποίο εκθέτει μια σχετική στήλη του 481/0 π.Χ.
Χρειαζόταν τόλμη για να αρνηθεί κάποιος αυτό το σημαντικό έξοδο. Σε αυτή την περίπτωση έπρεπε να υποδείξει κάποιον άλλον, που θεωρούσε πιο πλούσιο, και να προτείνει αντίδοση. Να ανταλλάξει, δηλαδή, την περιουσία του με την περιουσία του πλουσιότερου. Αν ο άλλος πολίτης αρνιόταν, τότε η ανάθεση γινόταν από τα αρμόδια δικαστήρια.
Υποχρεωτική, αλλά ιδιαίτερα τιμητική ήταν και η χορηγία, η ανάληψη της δαπάνης για την προετοιμασία του χορού, τις θρησκευτικές εκδηλώσεις, τις παραστάσεις των δραματικών αγώνων. «Η χορηγία στοίχιζε 300-5.000 δρχ., όταν τον 5ο αιώνα ο ετήσιος μισθός της ιέρειας της Αθηνάς Νίκης ήταν 50 δρχ.», τονίζει η Μ. Λαγογιάννη, καθώς μας δείχνει μια στήλη του 313/2 π.Χ. Πρόκειται για τιμητικό ψήφισμα του Δήμου Αιξωνής (η σημερινή Γλυφάδα) για δύο χορηγούς, τον Αυτέα και τον Φιλοξενίδη, οι οποίοι «καλώς και φιλοτίμως εχορήγησαν».
Σαν να μην έφταναν και τότε τα τακτικά μέτρα, υπήρχαν και έκτακτα. Οπως η «επίδοσις» (σε χρήματα ή για την εκτέλεση συγκεκριμένου δημόσιου έργου) την οποία κατέβαλλαν οι πλούσιοι αλλά και οι μέτοικοι για την ενίσχυση της πόλης σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Κι ακόμα η «εισφορά» σε περίοδο πολέμου για στρατιωτικές δαπάνες.
Κι αν κάποιος πιανόταν να φοροδιαφεύγει, ο νόμος ήταν αυστηρός, ακόμα και για τον φοροεισπράκτορα. Για του λόγου το αληθές, υπάρχει ένα ψήφισμα του 510 π.Χ. για τους Αθηναίους κληρούχους στη Σαλαμίνα, οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν φόρο, να εκτελούν τη στρατιωτική τους θητεία, ενώ δεν επιτρέπονταν να εκμισθώσουν τη γη που τους είχε παραχωρηθεί. Εάν τα παραβίαζαν, πλήρωναν πρόστιμο, το τριπλάσιο του μισθώματος, στο Δημόσιο…