ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ


Κι αισθάνομαι τον λύκο να κατεβαίνει, πεινασμένος, αγριεμένος, στο όριο, υπομονετικός μες στην απελπισία του.
Μπαίνω μέσα του, τον νιώθω -κινείται παραπλανητικά, κυκλικά, με λοξές διαδρομές.
Ζει απ' τον άνεμο, παίρνει τα σομά, αφουγκράζεται κάθε τρίξιμο, τροχίζει τα δόντια του στη σμυριδόπετρα, ξέρει:
Μόνος του θα καταλήξει να μπει στο μαντρί, ολομόναχος.
Τα λυκόπουλα, φύτρα του και δωσίλοι, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι.
Το 'χει δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσομπάνη.
Παρά λυκόσκυλο του κάθε ανθρώπου, που 'ναι για τον άνθρωπο λύκος.
Καλύτερα σβλερξι αγύριστο χωρίς λαιμαριά, να πεθάνει από λύσσα κάποιαν πανσέληνο, μέσα σε αφρούς σβήνοντας, ουρλιάζοντας στην κορυφή της μοναξιάς -μάταιος αυτόλυκος. προχωρεί, αμείλικτος, βαρύγνωμος, νιώθοντας μιαν φλόγωση στο υπογάστριο -εκείνη τη θερμή, σταθερή υπερένταση, που 'ναι τρόπος ζωής γι' αυτόν, ακόμα κι όταν κοιμάται: πυρετός καθ' έξιν.

Λυπημένος, χρεωμένος τον εαυτό του, προχωρεί. Κακόβουλος κι ευπατρίδης των
βουνών. Φρικιό.

19.3.18

Γιατι Ώς την σημερινή εποχή, συνηθίζεται να φυτεύονται κυπαρίσσια σε νεκροταφεία, ή αλλού σε ένδειξη πένθους;

Ο ήρωας Κυπάρισσος, ήταν το μικρότερο από τα παιδιά του βασιλιά της Χίου, Μινύα.
Έφηβος ακόμα, απέκτησε την εύνοια του θεού Απόλλωνα, ο οποίος του χάρισε για συντροφιά, ένα εξημερωμένο ελάφι.

Το ελάφι αυτό, ζούσε αρχικά στις κοιλάδες της Χίου και ήταν αφιερωμένο στις νύμφες των τριγύρω δασών.

 Ο Κυπάρισσος δέθηκε πολύ με το κατοικίδιο ελάφι που του χάρισε ο θεός και καθημερινά στόλιζε τα κέρατά του με λουλούδια για να το βγάλει βόλτα στο δάσος.

Συχνά, διέσχιζε την κοιλάδα της Καρταίας καβάλα στην ράχη του.
   Μια καλοκαιρινή μέρα όμως, που ο Κυπάρισσος είχε βγεί για κυνήγι στο δάσος, το ελάφι ζαλισμένο από την ζέστη τρύπωσε για να κοιμηθεί σε κάτι χαμόκλαδα και χάθηκε από τα μάτια του αφέντη του.

Ο νεαρός κυνηγός, χωρίς να αντιληφθεί οτι επρόκειτο για το αγαπημένο του ελάφι, ύψωσε το κοντάρι του και σημάδεψε το θήραμά του. Όταν πλησίασε το τραυματισμένο ζώο και το αναγνώρισε, ξέσπασε σε κλάμματα και αγκαλιάζοντάς το, αποφάσισε να πεθάνει κι αυτός μαζί με το ελάφι.
 
Ο Απόλλωνας μάταια προσπάθησε να μεταπείσει τον αγαπημένο του Κυπάρισσο, αλλά εκείνος απαρηγόρητος ήθελε να δώσει τέλος στη ζωή του. Ο θεός λυπήθηκε τον πονεμένο νέο και αποφάσισε να τον ανακουφίσει από την δυστυχία του.

Τον μεταμόρφωσε λοιπόν σε κυπαρίσσι, από το οποίο αιώνια θα βγαίνουν τα πένθιμα δάκρυα σαν σταγόνες. Η σουβλερή μύτη του κυπαρισσιού που καρφωνόταν στον ουρανό, θα θύμιζε το κοντάρι με το οποίο πέθανε το ιερό ελάφι.

  Το κυπαρίσσι έγινε έκτοτε σύμβολο πένθους. Οι αρχαίοι έλληνες κρεμούσαν κλωνάρια κυπαρισσιού έξω από τις πόρτες τους μετά από τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου. Επίσης, στόλιζαν με αυτά τα σώματα των νεκρών τους ή έκαιγαν πάνω σε αυτά τις νεκρικές σωρούς.

Ώς την σημερινή εποχή, συνηθίζεται να φυτεύονται κυπαρίσσια σε νεκροταφεία, ή αλλού σε ένδειξη πένθους. Υπάρχει ακόμα αυτός ο συσχετισμός στην νεοελληνική παράδοση. Στην Δημητσάνα υπάρχει το περίφημο κυπαρίσσι που φύτεψε ο Θ. Κολοκοτρώνης στη μνήμη του αδελφού του, Γιάννου, που σκοτώθηκε στην περιοχή.