Μαρία Κάλλας (1923-1977): 
Η Ντιβίνα, η Πριμαντόνα, η Ιέρεια τού Μπελκάντο, η Τραβιάτα, η Τόσκα, η Μήδεια, η Κάρμεν. 

Η μεγαλύτερη εγχώρια καλλιτέχνιδα τού 20ού αιώνα.

Αριστοτέλης Ωνάσης (1906-1975): Ο αυτοδημιούργητος σμυρνιός, ο εφοπλιστής, ο μεγιστάνας, ο γυναικοκατακτητής, ο κύριος 100.000 δολάρια την ημέρα, όπως τον έλεγαν οι αμερικάνοι, ο ρωμιός, που έκανε όλο τον κόσμο να μιλάει γιʼ αυτόν.

Οι δύο αυτοί διάσημοι συναντήθηκαν το 1959. Από την μεριά τής Κάλλας ήταν ένας έρωτας. Από τη δική του τη μεριά ήταν μάλλον ένας ακόμα τρόπος, να τον προσέξει όλος ο πλανήτης.

Πώς αυτή η μεγάλη λυρική καλλιτέχνιδα δεχόταν να ξημεροβραδιάζεται στα μπουζούκια; Από τον Μπιζέ και τον Βέρντι, να καταντήσει νʼ ακούει Κόκκοτα και Ζαμπέτα; Γιατί έτσι ήθελε ο Αρίστος! 

Ο Ωνάσης ήταν ο μεγάλος της έρωτας. Τον ακολουθούσε στα πάντα. Δέν ήταν η μεγάλη ζωή, που τής προσέφερε. Τόσο η οικογένεια τής Μαρίας Κάλλας όσο και ο πρώτος σύζυγός της ήταν πολύ πλούσιοι. Μπορεί να μήν είχε τα πάρα πολλά λεφτά τού Ωνάση, όμως κι εκείνη είχε πολλά λεφτά. Εξ άλλου ήταν η πιό καλοπληρωμένη καλλιτέχνιδα τού αιώνα. Έβαλε όμως, σε δεύτερη μοίρα την καριέρα της, γιά να δώσει βάση στον έρωτά της.

Η φωνή τής Μαρίας Κάλλας υπήρξε ογκώδης και διαπεραστική. 

Η έκτασή της κάλυπτε λιγότερο από τρεις οκτάβες. Δέν είχε καμμιά φοβερή έκταση. Όμως, η φωνή της ήταν ογκώδης, ακόμα και στις ψηλές περιοχές, όπου συνήθως οι φωνές εξασθενούν.
Η φωνή της μπορούσε να διαχωρισθεί σε τρία διαφορετικά ρετζίστρα (περιοχές): Την στηθική περιοχή (διάφραγμα), την οποία χρησιμοποιούσε γιά δραματικότητα και έκφραση, την μεσαία περιοχή, η οποία χαρακτηριζόταν ως λίγο θολή και την κεφαλική περιοχή, που χαρακτηριζόταν ως πάρα πολύ λαμπερή, αλλά τραχιά και διαπεραστική με ένα εμφανές παλαντσάρισμα στις ψηλές νότες, κάτι, που κι ίδια παραδεχόταν. 

Ο συνδυασμός τού όγκου, τού βάρους, τής έκτασης και τής ευλυγισίας ήταν μοναδικός. Δέν είχαν άλλες τραγουδίστριες και έκταση και όγκο και ευλυγισία. Αν και η Κάλλας δέν είχε ομαλά περάσματα ανάμεσα στις τρεις αυτές περιοχές, ο τρόπος, που τα χρησιμοποιούσε γιά χάρη τής ερμηνείας, ήταν αξιοθαύμαστος. 


Εγκωμιάστηκε πάρα πολύ και η μουσική αντίληψη, που είχε, γιατί διέθετε την ικανότητα να δραματοποιεί ακόμα και τις πιό δύσκολες κατέντζες (κατεβάσματα). Είχε δυναμικές, είχε απόλυτη αίσθηση τού ρυθμού, αξεπέραστα δηλαδή, προσόντα. Όλα αυτά συνδυασμένα με την ερμηνευτική της δεινότητα (ήταν πάρα πολύ καλή ηθοποιός, γιατί δέν φτάνει μόνο να τραγουδάς), που πρώτη φορά συναντούσε ο κόσμος τού λυρικού θεάτρου, ήταν αυτά, που την έκαναν Μαρία Κάλλας. 

  
Ο Ωνάσης είχε πρωτογνωρίσει την Κάλλας το 1957. Ήταν παντρεμένη με έναν εργοστασιάρχη, έναν πολύ μεγάλης ηλικίας ιταλό, ο οποίος έκανε και τον μάνατζέρ της. Όταν ο Ωνάσης την πρωτοδείδε, δέν τού γέμισε το μάτι, γιατί ήταν πάρα πολύ παχιά. Δέν τον εντυπωσίασε σα γυναίκα. Δυό χρόνια μετά όμως, που ο μάνατζερ σύζυγός της την είχε υποχρεώσει να κάνει μιά δίαιτα, γιά να είναι πολύ καλύτερη στους ρόλους επάνω στη σκηνή κι έχασε 45 κιλά, ήταν η πρώτη φορά, που την είδε σαν γυναίκα.

Τους κάλεσε λοιπόν ο Ωνάσης σαν ζευγάρι, την Κάλλας και τον άντρα της, σε μιά κρουαζιέρα με τη θαλαμηγό «Χριστίνα» μαζί με την πρώτη του γυναίκα και τον Τσώρτσιλ. Ήταν η πρώτη φορά, που η Κάλλας αισθανόταν γυναίκα. Ήταν 36 ετών κι ο Ωνάσης 53. Είχε βέβαια, μιά διαφορά ηλικίας μαζί του, αλλά με τον άνδρα της είχε πάνω από τριάντα χρόνια διαφορά. 

Ήταν η πρώτη φορά, που η Κάλλας φόρεσε μπικίνι, ντύθηκε σαν γυναίκα, αισθανόταν πάρα πολύ όμορφη. Την γοήτευε το φλερτ, που τής έκανε ο Ωνάσης, στο οποίο ανταποκρίθηκε. Ξεκίνησε λοιπόν, ένα φλερτ εκείνη την ημέρα και κατέληξε το ίδιο βράδυ, να κάνουν έρωτα στο πάτωμα τού σαλονιού τής «Χριστίνας», ενώ οι υπόλοιποι κοιμούνταν κάτω στις καμπίνες.

Την άλλη μέρα το πρωί βέβαια, η σύζυγος τού Ωνάση, που αντιλήφθηκε τί είχε συμβεί, πήρε τα πράγματά της και έφυγε από τη θαλαμηγό. Ο εργοστασιάρχης σύζυγος τής Κάλλας κατάλαβε, ότι είχε ηττηθεί, όπως έλεγε, από τον λαϊκό, πάμπλουτο, σκληροτράχηλο ρωμιό, ο οποίος, σύμφωνα με τα λεγόμενα τού ίδιου, «προτιμούσε να ακούει Κόκκοτα αντί γιά όπερα». Έτσι ξεκίνησε η εννιάχρονη θυελλώδης σχέση τους. 

Η Κάλλας ζήλευε πάρα πολύ τον Ωνάση, έκανε απίστευτες σκηνές, ξεφώνιζε, έσπαγε ό,τι έβρισκε μπροστά της. Τα πρώτα χρόνια, ο Ωνάσης την ακολουθούσε στις όπερες, που τραγουδούσε. Ήταν πάντα εκεί, έστελνε κόκκινα λουλούδια και γέμιζε το καμαρίνι. Με τον καιρό όμως, και λόγω πολλών υποχρεώσεων, δέν πήγαινε σε πολλές πρεμιέρες. Γιʼ αυτό το λόγο ξέσπαγε η Κάλλας, τού φώναζε κι έσπαγε τα πάντα μέσα στη θαλαμηγό. 

Οι καμαρότοι ήταν πολύ συνηθισμένοι, αφού τα έκανε όλα λαμπόγυαλο, να πηγαίνουν στο πρώτο λιμάνι και να αγοράζουν όλα τα γυαλικά από την αρχή. Ούρλιαζε, τον έβριζε αισχρά στα ελληνικά, αλλά κυρίως τον έβριζε στα ιταλικά. Και την εκνεύριζε πάρα πολύ, όταν εκείνος τής απαντούσε σε άλλη γλώσσα, όταν την έλεγε «Μαρίτσα», το σμυρνέικο. Σε έναν μεγάλο καβγά μάλιστα, τής είχε πεί: «Ποιά νομίζεις, ότι είσαι; Μιά παληοτραγουδίστρια, με μιά σφυρίχτρα στο λαιμό». 


Δέν ακολουθούσε εκείνα τα χρόνια, μόνο ο Ωνάσης την Κάλλας, αλλά η Κάλλας ήταν κυρίως αυτή, που ακολουθούσε τον Ωνάση. Πήγαινε, όπου πήγαινε ο Αρίστος. Σιγά-σιγά άφηνε την καριέρα της, που ακολουθούσε φθίνουσα πορεία. Δέν έκανε σημαντικές πρόβες, ακύρωνε ηχογραφήσεις, ματαίωνε παραστάσεις. Ο Ωνάσης, σαν γνήσιος ανατολίτης, γλένταγε στα μπουζούκια.  

Πάρα πολλές φορές λοιπόν, η Κάλλας αναγκαζόταν να πηγαίνει κι εκείνη στα μπουζούκια. Στόν Κόκκοτα, τον Ζαμπέτα, τον Χιώτη και την Μαίρη Λίντα. Και μάλιστα, ό,τι εκλεκτούς καλεσμένους
είχαν, τον Αλαίν Ντελόν, τον Τσώρτσιλ, τον Ρενιέ τού Μονακό και την Γκρέις Κέλλυ, τους πήγαιναν στα μπουζούκια, γιατί έτσι ήθελε ο Αρίστος. Αυτή ήταν η διασκέδαση. Και η Κάλλας ακολουθούσε. Προφανώς, δέν αισθανόταν πολύ καλά μέσα στα μπουζούκια, δέν ήταν δυνατόν να τής αρέσει αυτό το πράγμα, όλες όμως τις ώρες καθόταν και κοιτούσε τον Αρίστο στα μάτια.


Ο Ωνάσης στα μπουζούκια έδινε σώου. Από την ώρα, που πάρκαρε η λιμουζίνα του απʼ έξω κι ο πορτιέρης ειδοποιούσε την ορχήστρα, ότι έρχεται ο κ. Ωνάσης, τα πάντα άλλαζαν. Σταματούσε το τραγούδι, που έπαιζαν, και ξεκίναγε το «Λεβεντόπαιδο Αρίστο». 

Ήταν ένα τραγούδι, που είχε γράψει το ʽ69 ο Λοΐζος γιά την ταινία «Λεβεντόπαιδο». Κι έβαλαν επίτηδες το Αρίστο μέσα, γιατί θα το τραγουδούσε ο Καλαντζής στην αρχή, αλλά μετά το τραγούδησε κι ο Κόκκοτας, ο οποίος ήταν αδελφικός του φίλος. Το τραγούδι αυτό έγινε το σήμα κατατεθέν τού Ωνάση σε όλα τα μαγαζιά. 
Επίσης, ο Ωνάσης ήταν πάρα πολύ φίλος με τον Ζαμπέτα, στον οποίο πήγαινε πάρα πολύ συχνά. Και στο Χιώτη. Μάλιστα, διηγούνται μιά ιστορία, ότι, όταν είχε έρθει το πριγκηπικό ζεύγος τού Μονακό, η Γκρέις ζήτησε συρτάκι, το οποίο ήταν τής μόδας εκείνη την εποχή, λόγω τού «Ποτέ την Κυριακή». Έτσι, ο Αρίστος αποφάσισε να τους πάνε στον Χιώτη και την Μαίρη Λίντα. 

Όταν τελείωσε το πρόγραμμα και πήγαν να χαιρετήσουν τον Χιώτη, ρώτησε η Γκρέις Κέλλυ την Κάλλας: «Τί διαφορά έχουν οι χορδές τής ηλεκτρικής κιθάρας των Beatles με τού μπουζουκιού;» κι επειδή η Κάλλας δέν ήξερε να απαντήσει (τί σχέση είχε με τα
μπουζούκια;), ρώτησαν τον Χιώτη. Και τής απάντησε ο Χιώτης αυτό, που συνηθίζουν να λένε οι φανατικοί κάθε μουσικού είδους: «Οι χορδές των Beatles δονούνται με τον ηλεκτρισμό, ενώ οι δικές μας με την ψυχή μας». 

Έτσι πήγαινε λοιπόν η ζωή τους γιά εννιά χρόνια, μέχρι, που κάποια στιγμή, ο Ωνάσης έβαλε στο μάτι την χήρα τού Κέννεντυ. Έκανε κρυφά δεσμό μαζί της και πολύ σύντομα την παντρεύτηκε στον Σκορπιό. Διηγούνται, ότι η Κάλλας το έμαθε από τα ΜΜΕ. Δέν το ήξερε. Λένε βέβαια, ότι την άλλη μέρα τού γάμου, ο Ωνάσης πήγε μ' ένα κρις κραφτ στους Παξούς, όπου τη συνάντησε εκεί. Επίσης λένε, ότι το μετάνοιωσε ευθύς 
αμέσως και ζήταγε διαζύγιο, το οποίο δέν τού έδινε η Τζάκυ. Έπρεπε να τής παραχωρήσει τη μισή του περιουσία. Συνέχισε τον δεσμό με την Κάλλας, την οποία έβλεπε κρυφά, αλλά τους πρόλαβε ο θάνατος τού γιού του, που τον κατέστρεψε γιά πάντα. Αρρώστησε και μετά από δύο χρόνια πέθανε. 

Κάτι πολύ σημαντικό είπε ένας γιατρός το 2002, το οποίο δέν γνώριζε κανείς. Όλοι έλεγαν, ότι η καριέρα της καταστράφηκε από τον Αριστοτέλη Ωνάση. Όμως, η Κάλλας έπασχε από δερματομυοσίτιδα, μιά εκφυλιστική νόσο, που φθείρει τους μυς και τους ιστούς συμπεριλαμβανομένου τού λάρυγγα. Έτσι εξηγείται η συνεχής παρακμή τής μεγάλης της φωνής, που είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή από τις αρχές τής δεκαετίας τού ʼ60. 

Όταν ο Ωνάσης ήταν στο νοσοκομείο στα τελευταία του, γνωρίζοντας γιά την ασθένειά του είπε: «Τιμωρούμαι ρε παιδιά, γιατί στη ζωή μου δάγκωνα περισσότερο απ΄ όσο μπορούσα να μασήσω».




https://www.freeinquiry.gr/