ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ


Κι αισθάνομαι τον λύκο να κατεβαίνει, πεινασμένος, αγριεμένος, στο όριο, υπομονετικός μες στην απελπισία του.
Μπαίνω μέσα του, τον νιώθω -κινείται παραπλανητικά, κυκλικά, με λοξές διαδρομές.
Ζει απ' τον άνεμο, παίρνει τα σομά, αφουγκράζεται κάθε τρίξιμο, τροχίζει τα δόντια του στη σμυριδόπετρα, ξέρει:
Μόνος του θα καταλήξει να μπει στο μαντρί, ολομόναχος.
Τα λυκόπουλα, φύτρα του και δωσίλοι, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι.
Το 'χει δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσομπάνη.
Παρά λυκόσκυλο του κάθε ανθρώπου, που 'ναι για τον άνθρωπο λύκος.
Καλύτερα σβλερξι αγύριστο χωρίς λαιμαριά, να πεθάνει από λύσσα κάποιαν πανσέληνο, μέσα σε αφρούς σβήνοντας, ουρλιάζοντας στην κορυφή της μοναξιάς -μάταιος αυτόλυκος. προχωρεί, αμείλικτος, βαρύγνωμος, νιώθοντας μιαν φλόγωση στο υπογάστριο -εκείνη τη θερμή, σταθερή υπερένταση, που 'ναι τρόπος ζωής γι' αυτόν, ακόμα κι όταν κοιμάται: πυρετός καθ' έξιν.

Λυπημένος, χρεωμένος τον εαυτό του, προχωρεί. Κακόβουλος κι ευπατρίδης των
βουνών. Φρικιό.

5.9.16

Μια χούφτα άνθρωποι θα μείνουν στην ζωή σου, αν είσαι τυχερός

Ξεκινάς με ένα τσουβάλι γεμάτο ανθρώπους. Άνθρωποι που αποκαλείς γνωστούς, φίλους, συμφοιτητές, συνάδελφους, κολλητούς, γείτονες, συμμαθητές.
Πόσο γεμάτη ζωή με τόσους ανθρώπους, σκέφτεσαι και χαμογελάς αθώα.

Προχωράς δυο βήματα και νιώθεις πως το τσουβάλι σα να έχει ελαφρύνει. 
Ανοίγεις και βλέπεις πως κάποιοι λείπουν, πως κάποιοι έχουν φύγει ή τους έχεις διώξει και εσύ. 

Όχι μην ανησυχείς δε σε κακολογούν, ούτε τους κακολογείς, απλά έτσι είναι οι άνθρωποι, απλά χάνονται, απλά δε συνεχίζουν, απλά δεν ταιριάζουν.


Κλείνεις το τσουβάλι ανέκφραστα, έχεις τόσους πολλούς που δε σε νοιάζει.
Προχωράς άλλα τρία βήματα. Κοντοστέκεσαι ξάφνου. 

Σα να έχει ελαφρύνει και άλλο το άτιμο. Το ανοίγεις και τι να δεις… Ούτε οι μισοί. Μα σαν να προστέθηκαν και κάποιοι άλλοι, λίγοι, όχι πολλοί. Μα τι στην ευχή; 

Εσύ θα έπαιρνες όρκο ότι κάποιοι θα ήταν μέσα και κάποιοι άλλοι δε θα έμπαιναν ποτέ. Κλείνεις συλλογισμένος το τσουβάλι και προχωράς άλλα τέσσερα βήματα.

Μα το τσουβάλι το νιώθεις πιο ελαφρύ από ποτέ, επικίνδυνα ελαφρύ θα έλεγε κανείς. Σταματάς να δεις μήπως τρύπησε το τσουβάλι και άδειασε μονομιάς, αλλά μια χαρά το βλέπεις.

Ξεμπλέκεις τα δεμένα κορδόνια του και κοιτάς μέσα. 
Μα τους εκατό κλέφτες σκέφτεσαι, τι έχει γίνει; 

Που εξαφανιστήκαν όλοι; Ψάχνεις εδώ, ψάχνεις εκεί, λίγους νοματαίους βλέπεις.

Προχωράς άλλο ένα βήμα μικρό, όχι μεγάλο και πλέον είσαι σίγουρος ότι το τσουβάλι έχει τρυπήσει. Το κοιτάς από κάτω και όντως είναι τρύπιο. 

Αναθεματίζεις για ώρα από εδώ και εκεί, 

Mέχρι που προσέχεις πως κάποιοι λίγοι έχουν γαντζωθεί τριγύρω και με κόπο κρατιούνται, αλλά δεν παραιτούνται. 

Δεν είναι πολλοί. Μια χούφτα άνθρωποι, οι δικοί σου άνθρωποι.
Τους κοιτάς και τους αναγνωρίζεις. 

Είναι αυτοί που και η απουσία τους καμιά φορά ήταν ορατή μόνο στο μάτι, γιατί ήξερες πως είναι κάπου στο εκεί. 

Είναι αυτοί που και στο δικό τους τρύπιο τσουβάλι της φιλίας,της αγάπης, είσαι αυτός που γαντζώθηκε, που δεν παραιτήθηκε. 

Μπαλώνεις χαρούμενος το τσουβάλι, το ρίχνεις στις πλάτες και το προσέχεις σαν τα μάτια σου. 

Δε φοβάσαι πια μήπως αδειάσει, αλλά μήπως και γεμίσει, γιατί επιτέλους νιώθεις πιο γεμάτος από ποτέ.

Και αν σου πουν πως φταις εσύ που τους έβαλες όλους στο ίδιο τσουβάλι, να τους πεις πως το τσουβάλι της φιλίας και της Αγάπης  χωράει πολλούς 
μα στο τέλος κρατάει λίγους.



Κείμενο της Τάμι Γκεκτσιάν