ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ


Κι αισθάνομαι τον λύκο να κατεβαίνει, πεινασμένος, αγριεμένος, στο όριο, υπομονετικός μες στην απελπισία του.
Μπαίνω μέσα του, τον νιώθω -κινείται παραπλανητικά, κυκλικά, με λοξές διαδρομές.
Ζει απ' τον άνεμο, παίρνει τα σομά, αφουγκράζεται κάθε τρίξιμο, τροχίζει τα δόντια του στη σμυριδόπετρα, ξέρει:
Μόνος του θα καταλήξει να μπει στο μαντρί, ολομόναχος.
Τα λυκόπουλα, φύτρα του και δωσίλοι, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι.
Το 'χει δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσομπάνη.
Παρά λυκόσκυλο του κάθε ανθρώπου, που 'ναι για τον άνθρωπο λύκος.
Καλύτερα σβλερξι αγύριστο χωρίς λαιμαριά, να πεθάνει από λύσσα κάποιαν πανσέληνο, μέσα σε αφρούς σβήνοντας, ουρλιάζοντας στην κορυφή της μοναξιάς -μάταιος αυτόλυκος. προχωρεί, αμείλικτος, βαρύγνωμος, νιώθοντας μιαν φλόγωση στο υπογάστριο -εκείνη τη θερμή, σταθερή υπερένταση, που 'ναι τρόπος ζωής γι' αυτόν, ακόμα κι όταν κοιμάται: πυρετός καθ' έξιν.

Λυπημένος, χρεωμένος τον εαυτό του, προχωρεί. Κακόβουλος κι ευπατρίδης των
βουνών. Φρικιό.

14.11.15

ΤΟ ΗΛΙΘΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΓΕΝΟΣ..

Θα πειστεί κάποτε το χοντροκέφαλο ανθρώπινο γένος ότι μεγαλύτερη μωρία και συμφορά από τον πόλεμο δεν υπάρχει, και από τα παθήματα του θα διδαχθεί κάποτε ότι πρέπει να τον καταργήσει, σαν υπερβολικά οδυνηρό και ακριβό τρόπο για επίλυση διαφορών;

Γιατί η πιο μισητή αγγαρεία στις τουαλέτες του στρατού ονομάστηκε 'Καλλιόπη'

Adtech Ad
Από τη mixanitouxronou.gr: Ιούνιος 1930. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος εγκαινιάζει τον σταθμό του υπόγειου σιδηρόδρομου στην πλατεία Ομονοίας. Το έργο είχε αρχίσει λίγα χρόνια νωρίτερα και με την ολοκλήρωσή του έδωσε χαρά σε πολλούς Αθηναίους, που θα είχαν πλέον εύκολη και γρήγορη πρόσβαση στην καρδιά της πόλης.
Μέχρι τότε η πλατεία ήταν γεμάτη λουλούδια, φοίνικες και ξύλινα παγκάκια. Η νέα εικόνα της πλατείας  ήταν κυκλική, πλησίαζε στα ευρωπαϊκά πρότυπα και είχε μαρμάρινα κιγκλιδώματα στις εισόδους προς τον υπόγειο σιδηρόδρομο. Όμως, η χρήση του υπόγειου σιδηρόδρομου στην Ομόνοια δημιούργησε την ανάγκη κατασκευής υπόγειου εξαερισμού στον σταθμό.

Γιατί η πλατεία Ομονοίας ονομάστηκε «τούρτα»

Για να καλυφθούν οι «τρύπες» των εξαερισμών, το 1934, τοποθετήθηκαν περιμετρικά της πλατείας, οχτώ κατασκευές που ονομάστηκαν  «οι μούσες της Ομόνοιας». Κι αυτό γιατί στη βάση κάθε κατασκευής υπήρχε ένα καθιστό άγαλμα, που απεικόνιζε μια από τις εννέα μούσες της αρχαιότητας.
Πάνω από τα αγάλματα υψώνονταν ψηλοί τσιμεντένιοι κίονες, στην κορυφή των οποίων υπήρχαν καπνοδόχοι. Οι κατασκευές αυτές έλυσαν το πρόβλημα εξαερισμού του σταθμού, αλλά έκαναν την πλατεία να μοιάζει με τεράστια τούρτα και τους κίονες με υπερμεγέθη κεράκια.
 

Καλλιόπη, η μούσα των ουρητηρίων

Αν και οι μούσες κατά τη μυθολογία ήταν εννέα, οι κατασκευές που τοποθετήθηκαν στην πλατεία ήταν οχτώ, για λόγους αισθητικής και συμμετρίας. Η μούσα που περίσσευε ήταν η Καλλιόπη, η μούσα της επικής ποίησης.  Σύμφωνα με τον Ησίοδο, η Καλλιόπη ήταν η ευγενέστερη και η μεγαλύτερη από τις υπόλοιπες μούσες. Ο αρχιτέκτονας του έργου δε σεβάστηκε καθόλου τη φήμη της Καλλιόπης και όχι μόνο δεν έβαλε το άγαλμά της στην πλατεία μαζί με τα υπόλοιπα, αλλά το τοποθέτησε στα υπόγεια του ηλεκτρικού, δίπλα στα δημόσια ουρητήρια.
Ο κόσμος τότε, όταν ρωτούσε που είναι τα δημόσια ουρητήρια, έπαιρνε την απάντηση : Κάτω στην Καλλιόπη! Με την πράξη του αυτή ταύτισε το όνομα της ευγενικής μούσας με την τουαλέτα. Γι αυτό αργότερα οι φαντάροι όταν είχαν αγγαρεία στις τουαλέτες, έλεγαν ότι είχαν ραντεβού με την «Καλλιόπη».
Οι Μούσες της Ομόνοιας θεωρήθηκαν από τη Δημοτική αρχή αντιαισθητικές και έπρεπε να απομακρυνθούν. Ο τότε δήμαρχος Κ. Κοτζιάς που ήδη είχε κατεδαφίσει το Δημοτικό Θέατρο δεν δυσκολεύτηκε. Η αφορμή που όλοι περίμεναν, δόθηκε τον Αύγουστο του 1936, όταν κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων ενάντια στη δικτατορία του Μεταξά, μια μούσα έπεσε, τραυματίζοντας περαστικούς. Λίγο αργότερα τα γλυπτά απομακρύνθηκαν και η παρέα των μουσών της Ομόνοιας διαλύθηκε.
 

Από την Ομόνοια στην Καρδίτσα, την Αμοργό και την Λακωνία

Η Καλλιόπη αγνοείται! Σήμερα οι μούσες είναι σκορπισμένες. Τέσσερις από αυτές βρίσκονται στην Καρδίτσα, δύο στις Καρυές Λακωνίας και άλλες δύο στην Αμοργό. Η τύχη της Καλλιόπης αγνοείται, αλλά όσοι πάτε φαντάροι είναι βέβαιο πως θα τη συναντήσετε κάπου στο στρατόπεδο…
 

11.11.15

ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΙΓΟΥΡΑ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥΣ;Δειτε τι απαιτουσε ο Νομος για να γινει καποιος βουλευτης τοτε που υπηρχαν οι ελληνες..

1. Να είναι Αθηναίος​ πολίτης.

2. Nα κατέχει την Ελληνική θρησκεία και παιδεία
​ (όμαιμον, ομότροπον, ομόθρησκον)​…


3. Nα ΜΗΝ είναι κίναιδος, και

4. Να καταγραφεί ΟΛΗ η περιουσία του, μέχρι και τα σανδάλια που φορούσε, καθώς και η οικογενειακή του περιουσία.

Εάν τηρούνταν όλα αυτά, τότε μπορούσε να γίνει βουλευτής.

Οι νόμοι που εισήγοντο στην Εκκλησία του Δήμου για ψήφιση ήταν ονομαστικοί, δηλαδή έφεραν το όνομα του προτείνοντος. Εκείνος δε που πρότεινε κάποιον νόμο έπρεπε να είναι ΠΟΛΥ προσεκτικός.

Όχι μόνον να έχει εξετάσει το εάν υπήρχε άλλος, προγενέστερος νόμος που ρύθμιζε το θέμα με τρόπο διαφορετικό (οπότε έπρεπε να τον αναφέρει), αλλά ήταν και ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ για τα αποτελέσματα του προτεινόμενου.

Έτσι, εάν πρότεινε και περνούσε νόμο ο οποίος αποδεικνυόταν οικονομικά ζημιογόνος για την Αθήνα, τότε έπρεπε να κατασχεθεί από την καταγεγραμμένη περιουσία του, όλο το ποσόν κατά το οποίο ζημιώθηκε οικονομικά η Αθήνα.

Αν μάλιστα ​δεν έφθανε ΟΛΗ η περιουσία του -μέχρι και τα σανδάλια του, που κατεγράφησαν-, τότε το ανεξόφλητο υπόλοιπο, υποχρεώνονταν να το εξοφλήσει ΔΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ.

Αν ο νόμος, που πρότεινε και ψηφίστηκε, ζημίωνε ΗΘΙΚΑ την Αθήνα η ποινή ήταν:

AΥΘΗΜΕΡΟΝ ΤΕΛΕΥΘΗΣΑΤΩ…

1.11.15

Αφού οι καφετέριες είναι γεμάτες «οι Έλληνες περνούν καλά» – ή μήπως όχι;

Τελικά οι Έλληνες υποφέρουν όντως από τα μνημόνια, την φτώχεια και την ανεργία; Ή μήπως «τα παραλένε» αφού οι καφετέριες είναι συνεχώς γεμάτες;
Με το ερώτημα αυτό καταπιάνεται χρήστης του facebook, που σε μια συγκλονιστική ανάρτηση περιγράφει την κατάσταση που βιώνουμε όλοι, και που δεν φαίνεται πάντα στην «επιφάνεια» – και γι΄αυτό δεν την βλέπουν όσοι εστιάζουν στις «γεμάτες καφετέριες».
«Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν καίγεται το πορτοφόλι απλά, δεν καίγονται τα παλιόχαρτα. Καίγονται νευρώνες αλύπητα, καίγονται συναισθήματα, όνειρα, ελπίδες, καίγονται όλες οι ασφάλειες»,
Πόσο γελοίο ακούγεται…
Υπάρχουν ακόμα ηλίθιοι που μετράνε τη ζωή με το αν είναι γεμάτη μια καφετέρια.
Υπάρχουν ακόμα ανόητοι που θεωρούν “καλά” το ότι είναι εντάξει με τις τράπεζες και την εφορία. 
Πως καλά είμαστε ακόμα γιατί ένα μέρος του πληθυσμού μπορεί ακόμα και τη βγάζει καθαρή μέσα στο μεγάλο σφαγείο.
Επειδή δεν έχει έρθει η σειρά τους.
Επειδή ο χασάπης τους έχει ακόμα στη κατάψυξη να σιτέψουν καλά…
Όχι δεν περνάμε καλά.
Γιατί πίσω από το γέλιο στη καφετέρια και το χαβαλέ διακρίνεις τα άφτιαχτα δόντια που αρχίζουν και σαπίζουν ένα ένα κι έχει μπει ο οδοντίατρος στη λίστα των αχρείαστων ειδών.
Όχι δεν περνάμε καλά, γιατί βλέπεις τις πόλεις να έχουν γεμίσει από κακοσυντηρημένα αυτοκίνητα “χιλιάρια” ή το πολύ “χιλιοτετρακοσάρια”, που σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο τα δίνουν για να μαθαίνουν τα παιδιά τους να οδηγούν, πριν τους αγοράσουν το καινούργιο σεντάν των 2.500 κυβικών…
Γιατί βάφεσαι και φτιάχνεσαι για το ραντεβουδάκι αλλά στο σπίτι οι υπόλοιποι θα τη περάσουν με κουβέρτα δίπλα σε ένα αερόθερμο του κώλου.
Γιατί και το πετρέλαιο είναι στην ίδια λίστα με τον οδοντίατρο, εκείνες τις εξετάσεις που αναβάλεις, το φαί ποιότητας, το φρεσκάρισμα στο σπίτι που αρχίζει και βγάζει μούχλα, και σιγά σιγά τα υπόλοιπα είδη ενός “πολιτισμένου κόσμου” που θα μπουν στην ίδια λίστα σαν περιττές δαπάνες.
Όχι δεν περνάμε καλά, γιατί αυτό το νεαρό παιδί χώθηκε κάπου με τρία κατοστάρικα, αλλά δεν έχει όνειρα. Πάει να πιεί το ποτάκι του μόλις καβατζώσει ένα μεροκάματο γιατί νιάτο είναι, αλλά μέχρι εκεί φτάνουν τα όνειρα του. Μερικά 24ωρα μπροστά και πολύ λέω.
Όχι δεν περνάμε καλά, γιατί στο παππού δώσανε κάτι κωλογενόσημα αγνώστου προελεύσεως που δεν τα ξέρει ούτε η μάνα τους και θέλει να τα ξεφορτωθεί η κινέζικη φαρμακοβιομηχανία της πλάκας..
Όχι δεν περνάμε καλά, γιατί για τρίτο συνεχή χρόνο δεν ανάβουμε καλοριφέρ και τον παππού τον τυλίξαμε με μια κουβέρτα να μη ξεπαγιάζει και τελικά.. μας έμεινε…
Όχι δεν είμαστε καλά, γιατί όλη αυτή η κίνηση, είναι το τρεξιμο ανθρώπων που δεν ελπίζουν σε τίποτα πια, δεν έχουν τίποτα, αλλά δεν είναι κι ελεύθεροι.
Ξυπνάνε και κοιμούνται με τη σκέψη τι θα είναι η έλλειψη της επόμενης μέρας. Αν θα κάνουν αυτό αντί για εκείνο. Γιατί πλέον δεν έχουμε τη πολυτέλεια να τα κάνουμε και τα δυο ακόμα κι αν αυτά είναι βασικές ανάγκες.
Ναι έτσι γουστάρουν και γυρνάνε με το αυτοκίνητο τσάρκα.
Μήπως θα μάθετε ποτέ πόσοι τσακωμοί προηγήθηκαν στο σπίτι;
Πόσα γαμοσταυρίδια πέσανε πριν ξεμυτίσει η χαρούμενη οικογένεια για τη βόλτα της;
Μήπως θα μάθετε πόσοι κοιμούνται χαπακωμένοι και πόσοι δεν κοιμούνται καθόλου πια;
Μπορεί κανείς να συλλάβει ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΤΗΣ ΑPΡΩΣΤΕΙΑΣ;
Όχι δεν μπορούμε να το συλλάβουμε, γιατί δεν στο λέω και δεν μου το λες.
Γιατί ξυπνάμε και κοιμόμαστε σ΄ενα χώρο που έχει ξεχάσει πλέον τι είναι ζωή, δικαίωμα, πραγματική ανάγκη.
Ανάγκη έχει γίνει να πληρώσεις.
Ανάγκη έχει γίνει να είσαι εντάξει απέναντι στους τοκογλύφους, να μην κινδυνέψεις για τα “μεγάλα” να σε ξεσπιτώσουν, να μην έχεις φαί, να μην έχεις που να κοιμηθείς.
Οτιδήποτε πάνω από αυτό ονομάζεται “εντάξει είμαστε”
Τόσο άθλιο, τόσο μίζερο το τοπίο της νεοφώτιστης μπανανίας της Ευρώπης.
Είναι σαν να βλέπεις μια δύστυχη να κάνει πιάτσα για ένα δεκάρικο, κι επειδή θα γυρίσει σπίτι έχοντας αγοράσει δυο πιτόγυρα μετά το πήδημα, θα θεωρείται πως “εντάξει είναι μωρέ” δε τρέχει και τίποτα.
Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι αυτή τη στιγμή τρέμουν στην ιδέα πως θα κάνει βαρύ χειμώνα γιατί της θέρμανσης προηγούνται τα χαράτσια, δεν γίνεται να τα καλύψεις και τα δύο.
Στρατιές από ανθρώπους που η υγεία τους πάει κατά διαόλου για χίλιους δυο λόγους, όπως συμβαίνει στον άνθρωπο, την αφήνουν στην άκρη γιατί προηγούνται οι φόροι, οι τράπεζες, οι ΔΕΚΟ, να ζήσουμε να τους θυμόμαστε…
Οι Έλληνες περνάνε καλά.
Φυσικά όταν το καλά το υποβιβάσεις στο επιβιώνω, κι επίσης αν σ΄αυτό συνυπολογίσεις μια χούφτα καραγκιόζηδες που ούτε τους νοιάζει ποιος ζει και ποιος πεθαίνει, αρκεί ο κώλος τους να είναι καλά, το σώνεις το πράγμα.
Όμως πόσο θα το σώσεις ακόμα λέγοντας αηδίες και ψευτιές.
Πόσο θα κρατήσει η βιτρίνα πριν να φανεί η βρώμα που κρύβεται από πίσω;
Και δεν εννοώ πως θα γίνει κάποιος ξεσηκωμός.
Δεν είναι πανάκεια, πλέον, πως τη φτώχεια και τη δυστυχία θα την ακολουθήσει η Νέμεση.
Μπορεί απλά να δεις γύρω σου τη χώρα των ζόμπι.
Των ζωντανών νεκρών. The walking dead της Μεσογείου…
Ανθρωποι ήδη σέρνονται άσκοπα χωρίς να ξέρουν ούτε τι κάνουν σ΄αυτή τη ζωή , ούτε που πάνε. Ξυπνάνε κοιμούνται σαν ρομποτάκια, χωρίς καν να έχουν ιδέα πως είναι κάτι τέτοιο..
Αυτό είναι το χειρότερο αλλά το αναπόφευκτο στα ζόμπι.
Κάποιο θόρυβο ακούν κι ακολουθούν, αν τους σφυρίξεις από την άλλη θα πάνε από εκεί. Μόλις μυρίσουν φαί θα ρθουν..
Ναι οι Έλληνες περνάνε καλά στο κολαστήριο.
Εχει καπαρώσει ο καθένας τη τιμωρία του και αυτομαστιγώνεται.
Εκατό φορές τη μέρα “θα είμαι καλό παιδί” Δεν θα ξανακάνω ζαβολιές.
Μαζί τα φάγαμε και τώρα αναδρομικά θα ξεράσουμε και το γάλα της μάνας μας.
Έτσι γιατί οι κύριοι καθηγητές επιβάλλουν συμμόρφωση και τάξη.
Κι όπως λέει κι ο ποιητής όταν ακούς τάξη.. ανθρώπινο κρέας μυρίζει.
Βλέπετε καφετέριες γεμάτες; Τα μπαράκια; Τις ταβέρνες;
Υπάρχει ένα παλιό ανέκδοτο με το Χότζα και τον αφέντη του.
Του λέει ο αφέντης του τρέχα βάλε φόρους κι έλα να μου πεις.
Πράγματι βάζει και την άλλη μέρα του δίνει αναφορά.
Εχουν αναστατωθεί όλοι αγά μου τι θα κάνουμε;
Βάλε κι άλλους φόρους του λέει κι έλα πάλι.
Αγά μου γίνεται χαμός, φωνάζουν, βρίζουν τι κάνουμε;
Ρίξε κι άλλους φόρους κι έλα να μου πεις.
Αγά μου τώρα έχουν βγάλει κάτι μαχαίρια και τ΄ακονίζουν θα μας σφάξουν.
Τώρα του λέει ρίξε και τα χειρότερα χαράτσια αυτά που ξεπερνάνε κάθε όριο κι έλα να μου πεις.
Γυρνάει ο Χότζας πίσω και του λέει, αγά μου συμβαίνει κάτι πρωτοφανές. Εχουν ησυχάσει όλοι, έχουν γεμίσει τις ταβέρνες, τα μαγαζιά, γελάνε, πίνουν, τραγουδάνε…
Αυτό είναι το χειρότερο λέει ο αγάς. Κατάλαβαν που το πάμε και θα τα φάνε όλα, θα τα κάψουν αλλά εμείς δεν θα πάρουμε άλλο φράγκο. Τώρα αρχίζει ο κίνδυνος.
Ο Έλληνας τη πάτησε με το χρηματιστήριο, οι πρώτες κασέλες αδειάσανε, τώρα αδειάζουν και τα ρέστα..
Οσοι κρατιούνται καλά φεύγουν, όσοι μείνουν, σε λίγο καιρό, θα νοιώθουν αυτό ακριβώς που τους θεωρεί το σύστημα. Τίποτα. Ο κανένας.
Ολη αυτή η κίνηση, όλη αυτή η υποταγή ακόμα είναι γιατί ο άλλος θυμάται ακόμα το ονομά του.
Μια σπίθα ν΄ανάψει στο μυαλό της ζόμπιλαντ και θα γίνει ένα γενικευμένο χασάπικο… Κι όποιος επιβιώσει.
Το να γυρίζεις ένα λαό στο μεσαίωνα και να νομίζεις πως όλα θα πάνε καλά είναι γελοίο. Ο άνθρωπος ήταν και θα είναι πάντα το πιο άγριο θηρίο.
Η ταμπέλα του πολιτισμένου κρέμεται επάνω του όσο του δίνεις την ευκαιρία να ονειρεύεται πως είναι κάτι άλλο.
Οσο του δίνεις τα εφόδια να γίνει κάτι άλλο.
Με τη μόρφωση, με την υγεία, με τη τέχνη, με την αίσθηση πως είναι ΑΣΦΑΛΗΣ στη φωλίτσα του.
Αν του τα πάρεις όλα αυτά και τον βάλεις να παίξει σε επίπεδο επιβίωσης ίσως ανακαλύψεις πως ο πολιτισμός δεν πέρασε από πάνω του ούτε μια μέρα…
Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν καίγεται το πορτοφόλι απλά, δεν καίγονται τα παλιόχαρτα. Καίγονται νευρώνες αλύπητα, καίγονται συναισθήματα, όνειρα, ελπίδες, καίγονται όλες οι ασφάλειες…
Κι αργά ή γρήγορα θα έρθει το βραχυκύκλωμα που θα κατεβάσει το γενικό.
Και τότε, πραγματικά θα περάσουμε καλά.



http://www.alexiptoto.com/