ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ


Κι αισθάνομαι τον λύκο να κατεβαίνει, πεινασμένος, αγριεμένος, στο όριο, υπομονετικός μες στην απελπισία του.
Μπαίνω μέσα του, τον νιώθω -κινείται παραπλανητικά, κυκλικά, με λοξές διαδρομές.
Ζει απ' τον άνεμο, παίρνει τα σομά, αφουγκράζεται κάθε τρίξιμο, τροχίζει τα δόντια του στη σμυριδόπετρα, ξέρει:
Μόνος του θα καταλήξει να μπει στο μαντρί, ολομόναχος.
Τα λυκόπουλα, φύτρα του και δωσίλοι, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι.
Το 'χει δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσομπάνη.
Παρά λυκόσκυλο του κάθε ανθρώπου, που 'ναι για τον άνθρωπο λύκος.
Καλύτερα σβλερξι αγύριστο χωρίς λαιμαριά, να πεθάνει από λύσσα κάποιαν πανσέληνο, μέσα σε αφρούς σβήνοντας, ουρλιάζοντας στην κορυφή της μοναξιάς -μάταιος αυτόλυκος. προχωρεί, αμείλικτος, βαρύγνωμος, νιώθοντας μιαν φλόγωση στο υπογάστριο -εκείνη τη θερμή, σταθερή υπερένταση, που 'ναι τρόπος ζωής γι' αυτόν, ακόμα κι όταν κοιμάται: πυρετός καθ' έξιν.

Λυπημένος, χρεωμένος τον εαυτό του, προχωρεί. Κακόβουλος κι ευπατρίδης των
βουνών. Φρικιό.

27.11.11

ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ . Περιφρονώ τη φυλή των Ελλήνων




Λόρδος Βύρων:
Περιφρονώ τη φυλή των Ελλήνων






Ο λόρδος Μπάιρον με κόκκινα παπούτσια και φουστανέλλα σε αδελφίστικη νωχελική πόζα.





Λόρδος Βύρων: Πώς έλαμψε διά τής απραγίας του και τον θαυμάσαμε γι αυτό: «Η περίπτωση τού λόρδου Βύρωνα είναι μια άλλη απόδειξη τής ομαδικής παράνοιας, που χαρακτήριζε και χαρακτηρίζει ακόμη τους νεοέλληνες από την Επανάσταση μέχρι τις ημέρες μας. Πρόκειται για μια ομαδική αυθυποβολή σε ό,τι εκάστοτε "γυαλίζει", που το λατρεύουν, το μυθοποιούν, το αναγάγουν σε ένα είδος φετίχ και το προσκυνούν. Μόνο με καθαρά ψυχιατρικούς και ψυχολογικούς όρους μπορεί να ερμηνευθεί η στάση αυτή του πλήθους, ή σωστότερα τής πλειοψηφίας τού πλήθους...






»Δεν χρειάστηκαν να περάσουν περισσότερο από τρεις μήνες και δέκα ημέρες παραμονής τού Βύρωνα στο Μεσολόγγι, για να δημιουργηθεί ο αστερισμός του.

Όσο, όμως, και αν έψαξα δεν μπόρεσα να βρω, γιατί ο Άγγλος αυτός ευπατρίδης, που ήρθε στην Ελλάδα και έμεινε μόνο τρεις μήνες, ηρωοποιήθηκε και μυθοποιήθηκε τόσο πολύ,

ώστε να θεωρείται ως ένας από τους εθνικούς μας ήρωες, τού οποίου την (ανύπαρκτη) δράση διδασκόμαστε από την πρώτη Δημοτικού, τού έχουμε στήσει παντού προτομές και αφιερώσει πλατείες και δρόμους στο όνομα του!

Ο Αγγλος λόρδος, δεν πέθανε μαχόμενος για την ελευθερία των Ελλήνων. Απλώς πέθανε, όπως τόσος κόσμος καθημερινά, από αρρώστια, κάποιος μάλιστα γιατρός, είπε, ότι πέθανε από σύφιλη.

Δεν τραυματίστηκε, ούτε καν συμμετείχε σε κάποια μάχη με τους Τούρκους, δεν εμπόδισε κάποια εθνική καταστροφή,

ούτε ουσιαστικά βοήθησε τον αγώνα με κάποιον άλλο τρόπο. Εκτός αν θεωρηθεί βοήθεια προς το αγωνιζόμενο έθνος, ότι δάνεισε στον Μαυροκορδάτο, με τόκο τέσσερις χιλιάδες λίρες, που ο

τελευταίος χρησιμοποίησε στο εμφύλιο πόλεμο, για να καταστείλει την "ανταρσία" τού Μοριά...


»Όλες οι περιγραφές, που δίδονται γι΄ αυτόν συμφωνούν, στο ότι επρόκειτο για έναν κακομαθημένο, εγωιστή, επιπόλαιο, ευφάνταστο, μεγαλομανή, πεισματάρη, αλκοολικό και εκκεντρικό αριστοκράτη.



»Ένας συγγενής του γράφει: “Ο λόρδος Μπάυρον ούτε έδειξε ούτε ένιωσε ποτέ μεγάλο ενθουσιασμό για τους έλληνες.

Ήταν έτοιμος να θυσιάσει χρήματα, ασχολίες και απολαύσεις στον βωμό τής ελευθερίας, αλλά σ΄ αυτό μπορεί κανείς να διακρίνει δίψα για δύναμη και δόξα

και όχι προσήλωση στις αρχές τής ελευθερίας”» (σελ. 170-176).

Όταν ο λόρδος Βύρων ανέβηκε στην Ακρόπολη το 1809, αντίκρυσε με αδιαφορία τον Παρθενώνα.

Οι παρατηρήσεις του ήταν αντάξιες των πρακτικών συλλογισμών τού υπηρέτη του, Φλέτσερ.

Μόνο ο φίλος τού Μπάυρον, ο λόγιος Χομπχάουζ, ξεχώρισε ανάμεσα σ΄ αυτόν τον εκπληκτικό αρχοντοχωριατισμό τής αγγλικής συντροφιάς:

Ο Μπάυρον και ο Χομπχάουζ ανέβηκαν στην Ακρόπολη προσφέροντας στον οθωμανό διοικητή τσάϊ και ζάχαρη.

Βρήκαν θαυμάσια υποδοχή από τον πειναλέο αυτό υπάλληλο, που από τα εκατόν πενήντα πιάστρα τού μισθού του έπρεπε να πληρώνει και τους στρατιώτες του.

Τους σεργιάνισε ανάμεσα στα λευκά ερείπια των ναών.

- Ω, μάϊ λόρντ, είπε ο Φλέτσερ. Τι ωραία τζάκια θα κάναμε μ΄ όλο αυτό το μάρμαρο!
- E λοιπόν, είπε ό Χομπχάουζ, δείχνοντας το ναό, να κάτι πραγματικά μεγαλόπρεπο.
- Αυτό μοιάζει περισσότερο με το Δημαρχείο τού Λονδίνου, απάντησε ψυχρά ο Μπάυρον” (Αndre Maurois, Byron, σελ. 135).






Θεόδωρος Παναγόπουλος (εκδ. Ενάλιος, 2009)

Έγραψε
η: Φυλακτού Ευγενία


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου