ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ


Κι αισθάνομαι τον λύκο να κατεβαίνει, πεινασμένος, αγριεμένος, στο όριο, υπομονετικός μες στην απελπισία του.
Μπαίνω μέσα του, τον νιώθω -κινείται παραπλανητικά, κυκλικά, με λοξές διαδρομές.
Ζει απ' τον άνεμο, παίρνει τα σομά, αφουγκράζεται κάθε τρίξιμο, τροχίζει τα δόντια του στη σμυριδόπετρα, ξέρει:
Μόνος του θα καταλήξει να μπει στο μαντρί, ολομόναχος.
Τα λυκόπουλα, φύτρα του και δωσίλοι, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι.
Το 'χει δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσομπάνη.
Παρά λυκόσκυλο του κάθε ανθρώπου, που 'ναι για τον άνθρωπο λύκος.
Καλύτερα σβλερξι αγύριστο χωρίς λαιμαριά, να πεθάνει από λύσσα κάποιαν πανσέληνο, μέσα σε αφρούς σβήνοντας, ουρλιάζοντας στην κορυφή της μοναξιάς -μάταιος αυτόλυκος. προχωρεί, αμείλικτος, βαρύγνωμος, νιώθοντας μιαν φλόγωση στο υπογάστριο -εκείνη τη θερμή, σταθερή υπερένταση, που 'ναι τρόπος ζωής γι' αυτόν, ακόμα κι όταν κοιμάται: πυρετός καθ' έξιν.

Λυπημένος, χρεωμένος τον εαυτό του, προχωρεί. Κακόβουλος κι ευπατρίδης των
βουνών. Φρικιό.

22.11.14

Με ένα παπούτσι για μαξιλάρι...

Tι να πεις σε ένα προσφυγόπουλο για τη γεωστρατηγική; Σε ποια γλώσσα να εξηγήσεις σε ένα παιδί για την περίφημη σκακιέρα της πολιτικής και των συμφερόντων; Πώς να καταλάβει αυτό το αθώο πιόνι του πολέμου γιατί βρέθηκε να κοιμάται σε ξένα χώματα με ένα παπούτσι στο προσκεφάλι του;
Λίγα χιλιόμετρα από το σπίτι του, το μικρό κορίτσι από το Κομπάνι κοιμάται και ξυπνά κάτω από τις εκρήξεις των βομβών σε έναν από τους δεκάδες καταυλισμούς των ξεριζωμένων Κούρδων της Συρίας που βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από τα τουρκοσυριακά σύνορα. 
Πέρα από τα συρματοπλέγματα...
δεν υπάρχει πια τίποτα. 

Το σπίτι καμένο. Ο πατέρας εξαφανισμένος στη δίνη του πολέμου. Μια μάνα και τέσσερα αδέρφια απέμειναν να της θυμίζουν αυτό που ζούσε μέχρι χθες. Σήμερα η ζωή της στριμώχτηκε μέσα σε ένα αντίσκηνο και ένα μεταλλικό πιάτο για το συσσίτιο της επιβίωσης. 

Στον δρόμο για την προσφυγιά δεν είχε τίποτα να πάρει μαζί της παρά μονάχα ένα παπούτσι του πατέρα της. Είναι ό,τι της απόμεινε για να τον θυμάται και να τον ονειρεύεται από τη μέρα που τον είδε να φεύγει για το Κομπάνι με ένα όπλο στον ώμο.


Μπορεί να μια μέρα να τον ξαναδεί, ίσως και όχι. Αν όμως μια μέρα γυρίσει στον τόπο που γεννήθηκε, θα ξέρει πως δεν είναι κατάρα ούτε ντροπή που γεννήθηκε γυναίκα. Θα ξέρει πως ο πατέρας της πολέμησε όχι μόνο για τη λευτεριά του λαού της, αλλά και για το δικαίωμά της να είναι γυναίκα. Θα έρθει η μέρα που η μικρή προσφυγοπούλα θα μάθει για τους άντρες και τις γυναίκες που θυσιάστηκαν για ό,τι εμείς οι ξένοι θεωρούμε σήμερα αυτονόητο. 

Γιατί δεν είναι μονάχα η ελευθερία και η αυτοδιάθεση ενός λαού που κερδίζεται και χάνεται μέτρο το μέτρο καθημερινά στο Κομπάνι, είναι και κάτι ακόμα πιο ανθρώπινο που πολεμάει αυτές τις μέρες σε εκείνη τη μικρή κουκίδα του χάρτη.
Είναι ο αγώνας μιας χούφτας γυναικών να σωθούν από ένα μέλλον σκοτεινό και υποταγμένο στον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία των πολιορκητών τους.


ΠΗΓΗ ΓΡΕΚΙ Πέτρος Κατσάκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου