ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ


Κι αισθάνομαι τον λύκο να κατεβαίνει, πεινασμένος, αγριεμένος, στο όριο, υπομονετικός μες στην απελπισία του.
Μπαίνω μέσα του, τον νιώθω -κινείται παραπλανητικά, κυκλικά, με λοξές διαδρομές.
Ζει απ' τον άνεμο, παίρνει τα σομά, αφουγκράζεται κάθε τρίξιμο, τροχίζει τα δόντια του στη σμυριδόπετρα, ξέρει:
Μόνος του θα καταλήξει να μπει στο μαντρί, ολομόναχος.
Τα λυκόπουλα, φύτρα του και δωσίλοι, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι.
Το 'χει δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσομπάνη.
Παρά λυκόσκυλο του κάθε ανθρώπου, που 'ναι για τον άνθρωπο λύκος.
Καλύτερα σβλερξι αγύριστο χωρίς λαιμαριά, να πεθάνει από λύσσα κάποιαν πανσέληνο, μέσα σε αφρούς σβήνοντας, ουρλιάζοντας στην κορυφή της μοναξιάς -μάταιος αυτόλυκος. προχωρεί, αμείλικτος, βαρύγνωμος, νιώθοντας μιαν φλόγωση στο υπογάστριο -εκείνη τη θερμή, σταθερή υπερένταση, που 'ναι τρόπος ζωής γι' αυτόν, ακόμα κι όταν κοιμάται: πυρετός καθ' έξιν.

Λυπημένος, χρεωμένος τον εαυτό του, προχωρεί. Κακόβουλος κι ευπατρίδης των
βουνών. Φρικιό.

29.11.14

ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΝΑ ΜΗΝ ΓΙΝΕΙΣ ..ΜΑΛΑΚΑΣ./ ΜΕΝΗ...

Τον μπαμπά που μεγαλώνει το γιο του για να γίνει νταής σήμερα στο σχολείο και αύριο στην κοινωνία.
Την μαμά που καλλωπίζει και ντύνει το κοριτσάκι της, σπρώχνοντας την σε ροζ μονοπάτια.
Τους γονείς που ασκούν κάθε λογής βία στο παιδί τους, λεκτική, σωματική, ψυχολογική και τους φέρονται σαν να είναι κτήμα τους.
Τον γείτονα, τον συγγενή, τον φίλο αυτών των γονιών που ελέω των «καλών» σχέσεων και της τι-να-ανακατεύομαι-τώρα αντίληψης δεν κάνει τίποτα για το καλό του παιδιού που πιθανά κακοποιείται.
Τον πατέρα που κάνει σάντουιτς την οικογένειά του πάνω στο μηχανάκι του.
Τους γονείς που όχι μόνο δεν βάζουν τα παιδιά τους στο αυτοκίνητο στα ειδικά καθίσματα, αλλά έχουν το θράσος να τα κάνουν προσωπικό τους αερόσακο ασφαλείας με το να τα κρατούν στην αγκαλιά τους.
Τον δάσκαλο που κάνει διακρίσεις ανάμεσα στους μαθητές του, χωρίζοντας τους σε καλούς, κακούς, έλληνες και ξένους, πλούσιους, φτωχούς, έξυπνους και περιορισμένης αντίληψης.

Τον γονιό που υποδεικνύει στο δάσκαλο τη δουλειά του και απαξιώνει στα μάτια του παιδιού το ρόλο του σχολείου.
Τον ομοφυλόφιλο που έχει κάνει παντιέρα τις προτιμήσεις του, λές και μάς ενδιαφέρουν τα κατορθώματα του.
Τον αμφιφυλόφιλο που έχει κάνει παντιέρα τις κατακτήσεις του, λές και μάς ενδιαφέρουν τα κατορθώματα του.
Τον οδηγό που ορμά στην διάβαση αν τυχόν δει πεζό να επιχειρεί να περάσει.
Τον οδηγό που παρκάρει στο πεζοδρόμιο και εμποδίζει άτομα με κινητικά προβλήματα να κινηθούν και μαμάδες με καρότσια να περάσουν.
Τον πεζό που πετάγεται από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα για να διασχίσει τον δρόμο προκαλώντας έμφραγμα στον δύσμοιρο οδηγό που τυγχάνει να περνά με το αυτοκίνητό του.
Τον υπάλληλο στην τράπεζα που δεν δίνει προτεραιότητα στην έγκυο να εξυπηρετηθεί πρώτη.
Τον δημόσιο υπάλληλο που ταλαιπωρεί χωρίς λόγο τον πολίτη.



Τον πολίτη που θεωρεί εκ προοιμίου τεμπέλη τον δημόσιο υπάλληλο που θα συναντήσει στην υπηρεσία.
Τον συνεπιβάτη στο τρένο που έχει τσακωθεί με το νερό και το σαπούνι και μου επιβάλλει με το έτσι θέλω τη βρώμα του.
Τον πολίτη που δεν επιδιώκει να ενημερώνεται από άλλα μέσα πέρα από τις ειδήσεις των οκτώμισι.
Τον πολίτη που επιλέγει την αποχή από τις εκλογές και μου επιβάλει να με κυβερνούν ανόητοι ή επικίνδυνοι.
Τον ηλικιωμένο κύριο με την τραγιάσκα που επιμένει να οδηγεί ως τα βαθιά του γεράματα θέτοντας σε κίνδυνο πρωτίστως τη ζωή νέων ανθρώπων.
Την ξιπασμένη κυρία που λέγεται φιλόζωη, αλλά κρατά το σκύλο της σε μπαλκόνι μια σταλιά και δεν μαζεύει τα κακάκια του από το πεζοδρόμιο, γιατί είναι και πολύ καθαρή η ίδια και σιχαίνεται.
Τη μαμά που βαριέται να κόψει μια φέτα ψωμί, λίγο τυράκι και μια ντοματούλα για δεκατιανό του παιδιού της, αλλά θα γεμίσει το καρότσι στο σούπερ μάρκετ με «πλαστικά» κρουασάν και χυμούς τίγκα στη ζάχαρη.


Τον αλλόθρησκο που με κοιτά με κοροϊδία όταν κάνω στο σταυρό μου έξω από την εκκλησία.
Τον ομόθρησκό μου που αποκαλεί βρωμιάρηδες τους αλλόθρησκους.
Αλλά πάνω από όλα δεν αντέχω την παντός είδους βλακεία που έχει εξαπλωθεί και έχει εισχωρήσει παντού, στην οποία δυστυχώς μάλλον πρέπει να αποκτήσω ανοσία.
Γιατί αν θέλω να την νικήσω, πρέπει και εγώ να γίνω βλάκας.
Αλλά τότε αυτό θα ήταν μια πύρρειος νίκη.
Τι να την κάνω τέτοια νίκη, αν γινόμουν και εγώ ΜΑΛΑΚΑΣ/ΜΕΝΗ...



εναλλακτικος gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου