ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ


Κι αισθάνομαι τον λύκο να κατεβαίνει, πεινασμένος, αγριεμένος, στο όριο, υπομονετικός μες στην απελπισία του.
Μπαίνω μέσα του, τον νιώθω -κινείται παραπλανητικά, κυκλικά, με λοξές διαδρομές.
Ζει απ' τον άνεμο, παίρνει τα σομά, αφουγκράζεται κάθε τρίξιμο, τροχίζει τα δόντια του στη σμυριδόπετρα, ξέρει:
Μόνος του θα καταλήξει να μπει στο μαντρί, ολομόναχος.
Τα λυκόπουλα, φύτρα του και δωσίλοι, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι.
Το 'χει δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσομπάνη.
Παρά λυκόσκυλο του κάθε ανθρώπου, που 'ναι για τον άνθρωπο λύκος.
Καλύτερα σβλερξι αγύριστο χωρίς λαιμαριά, να πεθάνει από λύσσα κάποιαν πανσέληνο, μέσα σε αφρούς σβήνοντας, ουρλιάζοντας στην κορυφή της μοναξιάς -μάταιος αυτόλυκος. προχωρεί, αμείλικτος, βαρύγνωμος, νιώθοντας μιαν φλόγωση στο υπογάστριο -εκείνη τη θερμή, σταθερή υπερένταση, που 'ναι τρόπος ζωής γι' αυτόν, ακόμα κι όταν κοιμάται: πυρετός καθ' έξιν.

Λυπημένος, χρεωμένος τον εαυτό του, προχωρεί. Κακόβουλος κι ευπατρίδης των
βουνών. Φρικιό.

18.1.12

... και μόνος και μετά πολλών, και την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω,




Ου καταισχυνώ τα όπλα, 
ουδ' εγκαταλείψω τον προστάτην ω αν στοίχω, 
αμυνώ δε και υπέρ ιερών και οσίων, 
και μόνος και μετά πολλών, 
και την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω, 
πλείω δε και αρείω όσης αν παραδέξωμαι. 
Και συνήσω των αεί κρινόντων, 
και τοις θεσμοίς τοις ιδρυμένοις πείσομαι, 
και ούς τινας άλλους ιδρύσεται το πλήθος εμφρόνως. 
Και αν τις αναιρεί τους θεσμούς ή μη πείθηται ουκ επιτρέψω, 
αμυνώ δε και μόνος και μετά πάντων. 
Και τα ιερά τα πάτρια τιμήσω. 










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου