ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ


Κι αισθάνομαι τον λύκο να κατεβαίνει, πεινασμένος, αγριεμένος, στο όριο, υπομονετικός μες στην απελπισία του.
Μπαίνω μέσα του, τον νιώθω -κινείται παραπλανητικά, κυκλικά, με λοξές διαδρομές.
Ζει απ' τον άνεμο, παίρνει τα σομά, αφουγκράζεται κάθε τρίξιμο, τροχίζει τα δόντια του στη σμυριδόπετρα, ξέρει:
Μόνος του θα καταλήξει να μπει στο μαντρί, ολομόναχος.
Τα λυκόπουλα, φύτρα του και δωσίλοι, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι.
Το 'χει δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσομπάνη.
Παρά λυκόσκυλο του κάθε ανθρώπου, που 'ναι για τον άνθρωπο λύκος.
Καλύτερα σβλερξι αγύριστο χωρίς λαιμαριά, να πεθάνει από λύσσα κάποιαν πανσέληνο, μέσα σε αφρούς σβήνοντας, ουρλιάζοντας στην κορυφή της μοναξιάς -μάταιος αυτόλυκος. προχωρεί, αμείλικτος, βαρύγνωμος, νιώθοντας μιαν φλόγωση στο υπογάστριο -εκείνη τη θερμή, σταθερή υπερένταση, που 'ναι τρόπος ζωής γι' αυτόν, ακόμα κι όταν κοιμάται: πυρετός καθ' έξιν.

Λυπημένος, χρεωμένος τον εαυτό του, προχωρεί. Κακόβουλος κι ευπατρίδης των
βουνών. Φρικιό.

27.12.14

ΛΥΠΗΣΟΥ ΤΟ ΕΘΝΟΣ...


Λυπήσου το έθνος που ρούχο φορά που δεν το ‘χει υφάνει, τρώει ψωμί που δεν το’χει θερίσει και πίνει κρασί που δεν τρέχει απ’ το δικό του πατητήρι.
Λυπήσου το έθνος που ως ήρωα χαιρετά τον τραμπούκο και που γενναιόδωρο θεωρεί τον χρυσοντυμένο κατακτητή.
Λυπήσου το έθνος που στ’ όνειρό του απεχθάνεται κάποιο πάθος, κι όμως σ’ αυτό υποτάσσεται σαν ξυπνήσει.
Λυπήσου το έθνος που δεν διαμαρτύρεται εκτός κι αν πορεύεται σε κηδεία, που καυχιέται μόνο ανάμεσα στα ερείπιά του και δεν επαναστατεί παρά μόνο σαν ο λαιμός του ανάμεσα βρεθεί στο σπαθί και το κούτσουρο.
Λυπήσου το έθνος που ο πολιτικός του είναι αλεπού, ο φιλόσοφός του ταχυδακτυλουργός και που η τέχνη του είναι η τέχνη του μπαλώματος και του μιμιτισμού.
Λυπήσου το έθνος που με φανφάρες υποδέχεται τον νέο του κυβερνήτη κι ύστερα τον αποχαιρετά με γιουχαϊσματα, για να υποδεχτεί κάποιον άλλον πάλι με φανφάρες.
Λυπήσου το έθνος που οι σοφοί του αποβλακώθηκαν απο τα χρόνια και που οι ηγέτες του είναι ακόμα στην κούνια.
Λυπήσου το έθνος το μοιρασμένο σε κομμάτια κι όπου το κάθε κομμάτι θεωρεί τον εαυτό του έθνος
Kahlil Gibran, The Garden of The Prophet,

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου